Τεχνικά άρθρα
You are here:Ελεύθερη κατάδυση»Τεχνικά άρθρα»Piezophile III - Ασφάλεια στην Προπόνηση Αθλητικής Ε/Κ

Piezophile III - Ασφάλεια στην Προπόνηση Αθλητικής Ε/Κ

Tuesday, 08 June 2010 09:09
Print E-mail
Rate this item
(0 votes)
Piezophile III - Ασφάλεια στην Προπόνηση Αθλητικής Ε/Κ photo by G. Giannopoulos

Στην αθλητική Ε/Κ έχουμε τρείς βασικές κατηγορίες: CW (σταθερά βάρη με πέδιλα), CNF (σταθερά βάρη χωρίς πέδιλα) και FIM (Free Immersion). Κάθε μια από τις τρείς κατηγορίες έχει ελαφρώς διαφορετικό εξοπλισμό, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να φέρουμε απαραίτητα μάσκα και πέδιλα (ή μονοπέδιλο) ακόμα και αν δεν περιλαμβάνονται στα στάνταρ εξαρτήματα της κατηγορίας της προπόνησης μας. Ένας δύτης με noseclip, χωρίς μάσκα και χωρίς πέδιλα (προπονείται για FIM ή CNF) πολύ απλά δεν μπορεί να κάνει ασφάλεια σε ένα δύτη που θα καταδυθεί σε οποιαδήποτε κατηγορία. Επίσης ένας δύτης που πραγματοποιεί προσπάθεια μέγιστης επίδοσης είναι λιγότερο ασφαλής αν δεν φορά lanyard. Η  προπόνηση στη θάλασσα μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους, θα ασχοληθούμε μόνο με την ασφάλεια στη βαθιά βουτιά (προσπάθεια για επίτευξη προσωπικής καλύτερης επίδοσης). Όσον αφορά τον υπόλοιπο εξοπλισμό ασφαλείας, θα διακρίνουμε δύο περιπτώσεις με γνώμονα πάντα τη πιθανότητα να πάει κάτι ανεπανόρθωτα στραβά. Ανάλογα με το βάθος κατάδυσης του αθλητή διαλέγουμε να χρησιμοποιήσουμε counterbalance και βυθόμετρο (sonar) ή όχι.

 

Τα πράγματα στο σχοινί είναι αρκετά διαφορετικά από ότι στο υποβρύχιο ψάρεμα. Η διαδρομή είναι καθορισμένη όσον αφορά τη διεύθυνση κίνησης (μια ευθεία), μιας και ο δύτης πάντα φοράει (η τουλάχιστον πρέπει να φοράει) lanyard στις βουτιές του. Αυτό που δε μπορούμε να  ξέρουμε εν γένει, είναι σε ποιο βάθος, πάνω σε αυτή την ευθεία, βρίσκεται ο καταδυόμενος κάθε χρονική στιγμή (εκτός και αν χρησιμοποιούμε sonar) μιας και για τις περισσότερες βουτιές δεν υπάρχει οπτική επαφή στο μεγαλύτερο τους μέρος.

 

Εξοπλισμός για βουτιές μικρότερες των 40m. Χρειαζόμαστε τουλάχιστον 2 δύτες ασφαλείας μέσα στο νερό.  Απλό σχοινί με σημαδούρα και οι ασφάλειες πραγματοποιούνται μέχρι τα 20m-25m. Αυτό σημαίνει ότι για αναψυχή, μπορούμε άνετα να πάμε 3 φίλοι στο νερό, με μια σημαδούρα και να κάνουμε ασφάλεια διαδοχικά και τις βουτιές μας. Για βουτιές μεγαλύτερες των 40m χρειαζόμαστε περισσότερα μέτρα ασφαλείας. Τρεις δύτες ασφαλείας στο νερό (γίνεται και με δύο, αλλά δεν είναι ότι καλύτερο) και ένα άτομο στη βάρκα. Οι δύτες ασφαλείας πρέπει να έχουν την ικανότητα να καταδυθούν 30m-35m και να περιμένουν.  Η σημαδούρα από μόνη της δεν είναι επαρκής πλέον. Χρειαζόμαστε σκάφος με counterbalance και βυθόμετρο (sounder/fishfinder). Το counterbalance είναι ένα σύστημα ασφαλείας με το οποίο γίνεται ανέλκυση του δύτη από οποιοδήποτε βάθος, μιας και αυτός φοράει lanyard στο χέρι του.  Το βυθόμετρο βοηθά στο να γνωρίζουμε κάθε χρονική στιγμή που βρίσκεται ο δύτης έτσι ώστε να μπορούμε να καθορίσουμε τη χρονική στιγμή έναρξης της βουτιάς του 1ου δύτη ασφαλείας. Γιατί η διαφοροποίηση λοιπόν στον εξοπλισμό και στον αριθμό δυτών ασφαλείας ανάλογα με το βάθος? Η απάντηση κρύβεται στο ότι για βουτιές μικρότερες από 40m είναι δύσκολο (υπο την έννοια της πολύ μικρής πιθανότητας) να πάθει κανείς υποξία κάτω από τα 30m και να μη μπορέσει τελικά να τον ανεβάσει επάνω ο δύτης ασφαλείας. Υπάρχει και ένας λόγος ακόμα. Γενικά στη διαδικασία της ασφάλειας, ο 1ος δύτης ασφαλείας εκκινεί κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή ώστε να συναντήσει τον αθλητή σε ένα επιθυμητό βάθος. Τώρα η χρονική στιγμή εκκίνησης του δύτη ασφαλείας είναι πολύ σημαντική γιατί καθορίζει τελικά πότε θα συναντήσει τον αθλητή. Αν φύγει πολύ νωρίς, θα περιμένει πολύ ώρα στο «σημείο συνάντησης» και θα δαπανήσει μεγάλο τμήμα της άπνοιας του (not good at all!). Έτσι δεν θα είναι στην καλύτερη δυνατή κατάσταση για να κάνει ασφάλεια. Επιπρόσθετα μπορεί να διακινδυνεύσει και αυτός να πάθει υποξία αν παρατείνει πολύ τη βουτιά του. Αν φύγει πολύ  αργά δεν θα προλάβει τον αθλητή στο σημείο συνάντησης με αποτέλεσμα να αυξηθεί η πιθανότητα να πάει κάτι στραβά αφού ο αθλητής για ένα τμήμα της διαδρομής θα αναδύεται χωρίς να είναι κάποιος δίπλα του. Η χρονική στιγμή εκκίνησης γίνεται κατόπιν εκτίμησης με βάση είτε τη γνώση του συνολικού χρόνου βουτιάς ή/και της θέσης που βρίσκεται κάθε χρονική στιγμή ο αθλητής με βάση την ένδειξη του sonar. Όμως, όπως σχεδόν σε κάθε διαδικασία, έτσι και εδώ υπάρχει σφάλμα σε αυτή την εκτίμηση.  Το σφάλμα στην εκτίμηση του χρόνου οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, κυρίως στο ότι μικρές μεταβολές στη συνήθη διαδικασία πεδιλιάς-υδροδυναμικής στάσης του αθλητή (έστω και λόγω αυξημένης αυτοσυγκέντρωσης!) έχουν σαν αποτέλεσμα διαφοροποίηση της ταχύτητας ανάδυσης/ κατάδυσης. Και αυτό επιδρά άμεσα στο συνολικό χρόνο βουτιάς, μάλιστα όσο πιο βαθιά είναι η βουτιά η οποία επιχειρείται τόσο μεγαλύτερο είναι το σφάλμα, γιατί λειτουργεί αθροιστικά. Μου έχει τύχει, εκτελώντας ασφάλεια σε προσπάθεια αθλητή, ο συνολικός χρόνος βουτιάς του να βγεί +40sec περισσότερος από τον εκτιμώμενο (από τον ίδιο τον αθλητή). Αυτό δεν ήταν και πολύ ευχάριστο…

 

Τεχνική Ασφάλειας: Η τεχνική είναι κοινή για οποιοδήποτε βάθος. Μικρές διαφορο-ποιήσεις παρατηρούνται όταν υπάρχει και βυθόμετρο. Τι πρέπει να πετύχουμε: να βρεθεί ο 1ος δύτης ασφαλείας στο επιθυμητό βάθος τη χρονική στιγμή (ή λίγο πριν) που φτάνει εκεί και ο αθλητής κατά την ανάδυση του. Το επιθυμητό βάθος μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό από το ιδανικό, αν ο αθλητής μας το ζητήσει (π.χ. υπάρχουν αθλητές που επιθυμούν ο δύτης ασφαλείας ναι είναι ακριβώς σε κάποιο συγκεκριμένο βάθος, για να γνωρίζουν έτσι πότε θα σταματήσουν τη πεδιλιά τους ή λίγο πιο βαθιά από ότι απαιτείται συνήθως για ψυχολογικούς λόγους).  

 

Πριν ο δύτης ξεκινήσει την προσπάθεια του, γνωρίζουμε απαραίτητα α) Το βάθος στο οποίο καταδύεται. Σημαντική παράμετρος για το καθορισμό του βάθους συνάντησης. Το βάθος της βουτιάς πρέπει να σηματοδοτείται από το τέλος του σχοινιού-οδηγού για καλύτερα αθλητικά αποτελέσματα και την αποφυγή σφάλματος στην εκτίμηση του βάθους από μεριάς του δύτη. Αν σε ρηχές σχετικά βουτιές (δηλαδή άνετες από τον αθλητή, όσον αφορά την κατάκτηση τους) κάτι τέτοιο δεν κρίνεται απαραίτητο, για τις βαθύτερες βουτιές είναι σίγουρα επιβεβλημένο. β) Περίπου το χρόνο που θα διαρκέσει η βουτιά του. Αυτό θα μας καθορίσει, μέσα σε κάποια πλαίσια, πότε θα εκκινήσει ο πρώτος δύτης ασφαλείας για το σημείο συνάντησης. Αν υπάρχει σκάφος και βυθόμετρο, τότε μπορούμε να γνωρίζουμε την ακριβή του θέση κάθε χρονική στιγμή. Παρόλα αυτά, ο συνήθης χρόνος βουτιάς μας δίνει πολλές πληροφορίες σχετικά με το αν όλα πάνε καλά, ή κάτι έχει αρχίσει να πηγαίνει στραβά (μεγάλη απόκλιση) οπότε πρέπει η ομάδα ασφαλείας να είναι σε αυξημένη εγρήγορση (για τη συγκεκριμένη βουτιά). Μια τεχνική που ακολουθείται από πολλούς είναι η εκκίνηση του δύτη ασφαλείας να γίνεται τη χρονική στιγμή που νιώθει ένα τράβηγμα στο σχοινί από τον αθλητή (στιγμή που γίνεται η τούμπα). Έτσι θεωρητικά πάντα αφού έχουν την ίδια διαδρομή να διανύσουν, θα συναντηθούν κάπου στη μέση. Αυτή η τεχνική όμως εμφανίζει σφάλματα: επειδή αθλητής και δύτης ασφαλείας δεν έχουν απαραίτητα την ίδια ταχύτητα ανάδυσης/κατάδυσης, μπορεί να μη συναντηθούν στο μέσο της διαδρομής. Αν για παράδειγμα ο αθλητής εκτελεί προσπάθεια σε CNF τότε σίγουρα δεν έχουν την ίδια ταχύτητα! Έτσι καλό είναι να μη βασιζόμαστε σε αυτή τη τεχνική. Ιδίως σε μεγαλύτερα βάθη όπου η απόκλιση των δύο ταχυτήτων είναι μεγαλύτερη, οδηγούμαστε σε μεγαλύτερο σφάλμα.
Γενικά προσπαθούμε να συναντήσουμε τον καταδυόμενο κατά την ανάδυση του: α) στο μισό του μεγίστου βάθους του, σε περίπτωση βουτιάς μέχρι τα 40m, β) στη ζώνη περί τα 30m για βαθύτερες βουτιές. Οι λόγοι για αυτό είναι οι εξής: 1) Τα περισσότερα περιστατικά υποξίας συμβαίνουν αρκετά ρηχότερα από τα 20m (συνήθως στην επιφάνεια, ή λίγο πριν). Σπάνιες οι περιπτώσεις black out σε βάθος κάτω από 20m (όχι όμως απίθανες!). Έτσι «κατεβαίνω και περιμένω στα 30-35» σημαίνει ότι έχω καλύψει το στατιστικό σφάλμα με βάση το οποίο μπορεί να έχουμε υποξικό γεγονός βαθύτερα από τα 20m. 2) Κάτω από τα 30-35 μέτρα το μυαλό και οι αισθήσεις δεν λειτουργούν το ίδιο. Έτσι μικρές μεταβολές στο σώμα μας/διάθεση μπορεί να έχουν πολύ μεγάλο αντίκτυπο στην εξέλιξη της βουτιάς και να μη το καταλάβουμε. Τα πράγματα δηλαδή γίνονται επικίνδυνα πλέον και για το δύτη ασφαλείας αν κατέβει βαθύτερα. Τίποτα χειρότερο για μια ομάδα ασφαλείας από το να έχει να αντιμετωπίσει δύο περιστατικά υποξίας (αθλητής και δύτης ασφαλείας) από το απλό ένα. Έτσι με βάση την αρχή ελαχίστου ρίσκου που αναφέραμε, είναι καλύτερο οι δύτες ασφαλείας ποτέ να μην κατεβαίνουν βαθύτερα από εκεί που θα είναι άνετοι.
Εκκίνηση της βουτιάς: Φεύγει ο Νο1 για το «ραντεβού» στο επιθυμητό βάθος. Η  χρονική στιγμή εκκίνησης του Νο1 καθορίζεται από τον ίδιο το δύτη ασφαλείας. Αυτός ξέρει πόσος χρόνος του χρειάζεται για να βρεθεί στο επιθυμητό βάθος. Αν υπάρχει sonar στο σκάφος τότε μπορεί ο δύτης ασφαλείας να ζητήσει από το άτομο στο σκάφος να του πεί πότε ο αθλητής βρίσκεται (κατά την ανάδυση του) σε κάποιο συγκεκριμένο βάθος, ώστε φεύγοντας εκείνη τη στιγμή να τον συναντήσει στο επιθυμητό σημείο. Λίγο πριν χαθεί η οπτική επαφή με την ασφάλεια Νο1, φεύγει και ο Νο2. Ο Νο2 τον ακολουθεί μέχρι το σημείο όπου οριακά διατηρείται οπτική επαφή. Αν χαθεί και ο Νο2 τότε βουτά και ο Νο3 όπου φροντίζει να διατηρεί οπτική επαφή με τον Νο2 (μόνο).
Αν δεν υπάρχει βυθόμετρο εναλλακτικά μπορούμε να κανονίσουμε οι τρείς διαφορετικοί δύτες ασφαλείας να φεύγουν με κάποια συγκεκριμένη χρονική διαφορά μεταξύ τους.  Έτσι δημιουργείται μια «σκάλα» δυτών με διαφορά βάθους μεταξύ τους περίπου 10 μέτρα, ικανοί να επέμβουν σε οποιοδήποτε σημείο χρειαστεί, από τα -35m μέχρι την επιφάνεια. Συνίσταται πάντως η χρήση βυθομέτρου για βαθιές βουτιές.  

 

Αποκτώντας οπτική επαφή:
Ο Νο1 δίνει σήμα ok να το δει η 2η ασφάλεια. Η 2η ασφάλεια ενημερώνει με το ίδιο σήμα τον Νο3/επιφάνεια. Σε περίπτωση ρηχής βουτιάς απλά δε θα χρειαστεί ο Νο2 να καταδυθεί, θα βρίσκεται συνεχώς στην επιφάνεια. Ο Νο1 περιμένει μέχρι  να έρθει δίπλα του ο δύτης. Τότε ξεκινά να αναδύεται μαζί του. ΠΑΝΤΑ σε απόσταση που να μπορεί να τον αγγίξει τεντώνοντας απλά το χέρι του. Αυτό είναι ULTRA σημαντικό, μη το ξεχνάμε ποτέ!  Πάντα η ασφάλεια βρίσκεσαι λίγο πιο βαθιά από τον αθλητή (το πρόσωπο του είναι στο ύψος του λαιμού/στήθους του αθλητή) ώστε αν πάθει κάτι να είναι συνέχεια της κίνησης του το πιάσιμο και η μεταφορά στην επιφάνεια του δύτη. Σε όλη τη χρονική διάρκεια από τη στιγμή που συναντά το δύτη μέχρι και να βρεθεί στην επιφάνεια δίπλα του ενημερώνει τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας για τη κατάσταση του με σήματα με το χέρι.  Αυτά είναι δύσκολο να τα περιγράψω εδώ ακριβώς πως τα κάνουμε εμείς,  όμως μπορούν εύκολα να επινοηθούν: ένα σήμα για το «ok» (παγκόσμιο για όλους τους δύτες νομίζω), ένα για το ότι «δεν φαίνεται να είναι άνετος, μπορεί και να μη βγάλει τη βουτιά», ένα για το ότι «έπαθε black out» και ένα για το «ανεβάστε επάνω counter weight».  Το τρίτο σήμα, για να δοθεί, σημαίνει ότι ο δύτης δεν είναι δίπλα στην ασφάλεια, αλλά πιο βαθιά από αυτόν. Άρα αυτόματα πρέπει να εκκινήσει και το counter weight.
O No2 περιμένει όλη αυτή την ώρα στο σημείο του, μέχρι να έρθουν δίπλα του ο Νο1 και ο αθλητής. Από αυτό το σημείο και μετά, αν κάτι πάει στραβά συνήθως αναλαμβάνει την ασφάλεια ο Νο2 που έχει μεγαλύτερα αποθέματα άπνοιας. Ομοίως και για τον Νο3.

 

Τι προσέχω στο δύτη κατά τη φάση της ανάδυσης
Τα συμπτώματα της υποξίας (καθώς και το πώς συμπεριφερόμαστε σε τέτοια περιστατικά) τα έχεις μάθει σε κάποιο σχολείο. Δε μπορώ να τα μεταφέρω μέσα από το γραπτό λόγο. Θα προσπαθήσω όμως να σου μεταφέρω αυτά που προειδοποιούν ότι κάποιος «δεν είναι και τόσο καλά» στην ανάδυση του. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αν ο δύτης είναι χαλαρός, δεν θα δω κάτι διαφορετικό από αυτό που παρατηρώ στις βουτιές ρουτίνας του. Άρα υπάρχει μικρότερη πιθανότητα να εμφανίσει υποξικό περιστατικό.  Ελέγχω τα μάτια (έκφραση προσώπου σε περίπτωση που τα έχει κλειστά), αν έχουν αγωνία (ναι, φαίνεται!), αν είναι έστω πιο σοβαρά από ότι είναι συνήθως (άρα είναι αγχωμένος), αν υπάρχει ελαφρύ μελάνωμα κάτω από τα μάτια. Προσέχω το διάφραγμα του, να δω αν έχει έντονους διαφραγματικούς. Θα μου δώσει μια εικόνα παραπάνω, για το πόσο ζορίζεται. Προσέχω τη πεδιλιά, να δω αν είναι φυσιολογικός / ήρεμος ο ρυθμός του, ή αν κάτι άλλαξε. Αλλαγές, σημαίνουν συνήθως ότι κάτι δε πάει καλά. Πότε επεμβαίνω: στη προπόνηση, όπου νομίζω ότι μπορεί έστω να ζορίζεται ο φίλος μου. Και ας του χαλάσω τη προπόνηση, προέχει η αποφυγή υποξικού γεγονότος: δε διδάσκει παρά μόνον αυτόν που κάνει τη διάσωση. Σίγουρα όχι το δύτη που το έπαθε. Η βοήθεια μπορεί να είναι απλή (απλό σπρώξιμο από τη μασχάλη στην ανάδυση) ή κανονική διάσωση όπως διδάσκεται στα σχολεία Ε/Κ.  

 

Στο επόμενο άρθρο: Νυχτερινή Ελεύθερη Κατάδυση.

Image Gallery

  • Title
  • Title
  • Title
  • Title
  • Title

Add new comment


Latest members
callendar
« May 2012 »
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
  1 2 3 4 5 6
7 8 9 10 11 12 13
14 15 16 17 18 19 20
21 22 23 24 25 26 27
28 29 30 31      

AD
AD