Όταν ο διάσημος σεφ Gordon Ramsey συνάντησε σε ένα επεισόδιο του τηλεοπτικού reality "Kitchen Nightmares" ένα νεαρό συνάδελφό του, ο οποίος πειραματιζόταν επιεικώς βάναυσα με τις μίξεις των γεύσεων, τον ρώτησε αν μπορεί να φτιάξει μία απλή ομελέτα. Όταν διαπίστωσε ότι ο νεαρός δυσκολεύεται χρησιμοποίησε την έκφραση "Back to basics young man, back to basics...". Σκοπός, λοιπόν, του συγκεκριμένου άρθρου είναι να αποσαφηνίσει ορισμένα θέματα βασικής γνώσης ως προς τα συνήθη θηράματα των ψαροκυνηγών της Μεσογείου. Αξίζει να αναφερθεί ότι το άρθρο αυτό αποτελεί την εισαγωγή μιας σειράς άρθρων που θα έχουν ως αντικείμενο την επιστημονική προσέγγιση των θηραμάτων μέσα από το πρίσμα της επιστήμης της Βιολογίας. Τα άρθρα αυτά θα έχουν να κάνουν με διαφορετικά κομμάτια της βιολογικής γνώσης των ψαριών όπως η συστηματική ονοματολογία, η αειφορική διαχείριση ιχθυαποθεμάτων με χρήση απλών μαθηματικών μοντέλων, καθώς και με πολλά άλλα θέματα τα οποία, κατά την ταπεινή μου άποψη, αφορούν άμεσα το σύγχρονο ψαροκυνηγό, όσο cliche και αν ακούγεται ο τελευταίος όρος.
Επιστροφή στα βασικά λοιπόν και τι πιο βασικό από τη συστηματική ονοματολογία των ψαριών που κυνηγάμε στις θάλασσές μας. Εκτός από την κοινή ονοματολογία που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητα υπάρχει και η επιστημονική ονοματολογία η οποία υπόκειται σε κάποιους κανόνες θέσπισης και χρήσης. Για παράδειγμα η κοινή ονομασία ενός θηράματος είναι ροφός και η επιστημονική Epinephelus marginatus. Αυτή η η ονοματολογία ακολουθεί το πρότυπο της διώνυμης ονοματολογίας που θέσπισε ο Σουηδός βοτανικός Carl Linnaeus (1707-1778) στην προσπάθεια του να περιγράψει με... ονοματεπώνυμο το σύνολο του φυσικού κόσμου. Το κάθε είδος-και ως είδος ορίζεται ένα σύνολο μορφολογικά όμοιων οργανισμών που έχουν τη δυνατότητα να αναπαραχθούν μεταξύ τους αλλά και να δώσουν γόνιμους απογόνους (Mayr, 1942)-φέρει ένα όνομα που αποτελείται απο δύο μέρη και στα κείμενα απαντάται με πλάγια γραφή. Το πρώτο μέρος αναφέρεται στο όνομα του γένους στο οποίο ανήκει ο οργανισμός και γράφεται με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα, είτε πρόκειται για ψάρι είτε για φυτό είτε για πρωτόζωο, ενώ το δεύτερο στο ειδικό όνομα του είδους. Έτσι π.χ. ο ροφός ανήκει στο γένος Epinephelus με ειδικό όνομα marginatus. Το δεύτερο όνομα καθιστά ακόμα πιο σαφές σε ποιο μέλος του γένους αναφερόμαστε. Το όνομα του είδους τελικά είναι Epinephelus marginatus. Ο πολύ συγκεκριμένος τρόπος γραφής των ονομάτων των ειδών έχει να κάνει με την ευκολία εντοπισμού τους μέσα σε πολυσέλιδα κείμενα επιστημονικών ή μη εργασιών όπου αναφέρονται και περισσότερα του ενός είδη.
Το είδος αποτελεί την μικρότερη ταξινομική μονάδα – βεβαίως υπάρχει και το υποείδος το οποίο όμως δεν είναι τόσο σημαντικό από ταξινομικής απόψεως – και προηγούνται κάποιες μεγαλύτερες. Παρακάτω φαίνεται η πλήρης συστηματική κατάταξη του είδους Dicentrarchus labrax (Brosowski, 1999). Η κάθε ταξινομική ομάδα θα μπορούσε να παρομοιαστεί με ένα κουτί το οποίο περίεχει άλλα μικρότερα κουτία, τις κατώτερες ταξινομικές ομάδες. Οι ταξινομικές ομάδες από το γένος και πάνω γράφονται με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα και κανονική γραφή.
Βασίλειο: Animalia
Φύλο: Chordata
Κλάση: Actinopterygii
Τάξη: Perciformes
Υποτάξη: Percoidei
Οικογένεια: Moronidae
Γένος: Dicentrarchus
Είδος: Dicentrarchus labrax
Ένα σύμπαν ονομάτων.
Η αλιεία στην πλούσια σε ακτές χώρα μας είναι πολύ παλιά υπόθεση όπως και οι λέξεις που περιγράφουν αυτή και το αντικείμενο της, τα ψάρια. Η λέξη αλιεία σχετίζεται ετυμολογικά με τη λέξη άλας ή με τη λέξη αλς (που στον Όμηρο σημαίνει θάλασσα). Παρομοίως σοφά περιγράφουν και οι κοινές ονομασίες τα διάφορα είδη. Για παράδειγμα, η λέξη ροφός βρίσκει την ετυμολογία της στο ρήμα ρουφώ από τον τρόπο πρόσληψης της τροφής του συγκεκριμένου είδους, ενώ η συναγρίδα ονομάστηκε έτσι λόγω της κοπαδιαστής συμπεριφοράς της κατά τη διάρκεια του κυνηγιού (συν + άγρα=κυνήγι).
Έξισου ευφάνταστες και πρωτότυπες με τις κοινές ονομασίες μπορεί να είναι και οι επιστημονικές οι οποίες συνήθως προέρχονται από τη Λατινική και λιγότερο από την Αρχαία Ελληνική γλώσσα. Ο σηκιός ονομάζεται επιστημονικά Sciaena umbra. Το όνομα του είδους προέρχεται από την ελληνική λέξη σκιά και το umbra από τα Λατινικά όπου αναφέρεται στο πλέον σκοτεινό από τα τρία είδη σκιάς που μπορούν να δημιουργηθούν (umbra, penumbra, antumbra). Έτσι ο πρίγκηπας του σκότους στο βυθό δεν είναι σατανικός όπως στη στεριά, αλλά γοητευτικά μυστηριώδης όπως ο σηκιός. Τα επιστημονικά ονόματα μπορουν,επίσης, να προκύψουν από τοπωνύμια (π.χ. Leuciscus keadicus, Κέφαλος ο Καιαδικός), ακόμα και από τη ματαιοδοξία των νονών επιστημόνων ή τη στιγμιαία έλλειψη φαντασίας εκ μέρους τους, αφού δεν είναι λίγα τα είδη που φέρουν τα ονόματά τους.
Ποιά η χρησιμότητα της επιστημονικής ονοματολογίας;
Η αξία του διώνυμου συστήματος έγκειται στο τρίπτυχο της οικονομίας των λέξεων (απλότητα), στην ευρύτητα χρήσης (παγκοσμιότητα) και στη σταθερότητα μέσα στο χρόνο αλλά και στον τόπο. Για παράδειγμα, ο ροφός μπορεί να απαντάται ως ροφιός ή ρουφιός ή ορφός και ο σαργός ως σορκός ανάλογα την περιοχή. Αυτό δεν μπορεί να συμβεί με την επιστημονική ονομασία ενός είδους διότι αφενός μεν είναι θεσπισμένη βιβλιογραφικά και αφετέρου δε η Λατινική που συνήθως χρησιμοποιείται είναι νεκρή γλώσσα η οποία δεν υπόκειται σε μεταβολές όπως η σύγχρονη Ελληνική η οποία αλλάζει και συνεχώς εξελίσσεται αναλόγως της κοινωνίας των ατόμων που την εκφέρουν. Αναλογικά η σύγχυση γίνεται μεγαλύτερη αν ξεφύγουμε από τα όρια της γλώσσας μας και προσπαθήσουμε να καταλάβουμε για ποιο ψάρι μιλά ο Ιτάλος όταν φωνάζει “Cernia grossa!!!” ή ο Γάλλος “Merou” ή ο Άγγλος “Grouper”. Αναφέρονται και οι τρεις στο ίδιο είδος, αυτό του Epinephelous marginatus, μόνο που η λέξη merou προέρχεται από την ισπανική mero, η λέξη cernia από την λατινική acernia και η λέξη grouper από την πορτουγέζικη garoupa. Ωστόσο επειδή τίποτα δεν είναι τέλειο σε αυτή τη ζωή έτσι και το σύστημα της επιστημονικής ονοματολογίας παρουσιάζει κάποιες ατέλειες. Βλέπουμε αναθεωρήσεις ακόμα και στα επιστημονικά ονόματα των ειδών αλλά και χρήση πέραν του ενός ονόματος για ένα είδος είτε επειδή προέκυψαν νέα δεδομένα είτε επειδή κάποιοι ταξινόμοι δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Επίσης πολλές φορές διάφορα είδη μετατοπίζονται μέσα σε ανώτερες ταξινομικές ομάδες. Δεν αποτελεί μακρινό παρελθόν η εποχή που το λαβράκι θεωρούνταν μέλος της οικογένειας των σερανιδών. Κατ’ αυτό τον τρόπο χάνονται η παγκοσμιότητα και η μοναδικότητα του ονόματος. Ο πίνακας που ακολουθεί παραθέτει τις κοίνες αλλά και τις επιστημονικές ονομασίες των ειδών που αποτελούν τα συνήθη ή λιγότερο συνήθη θηράματα των ψαροκυνηγών της Μεσογείου. Τα ονόματα των ειδών έχουν εξαχθεί από την ιστοσελίδα “fishbase.org” (Froese & Pauly 2009), όπου περιλαμβάνονται οι τρέχουσες αναθεωρημένες επιστημονικές ονομασίες. Τα κοινά ονόματα περιλαμβάνονται σε εργασία των Economidis & Koutrakis (2001). Αν έχετε απορία για το πιο είδος ψαριού κρατάτε στα χέρια σας στην παραπάνω ιστοσελίδα υπάρχουν λεπτομερείς περιγραφές και φωτογραφίες.
Βιβλιογραφία
Brosowski, J. 1999. "Dicentrarchus labrax" (On-line), Animal Diversity Web. Accessed.
Economidis, P.S. and E. Koutrakis 2001 Common names of comercially important Hellenic marine organisms. Aristotle University, Unpublished Technical Report.
Froese, R. and D. Pauly. Editors. 2009.FishBase. World Wide Web electronic publication. www.fishbase.org, version (07/2009).
Mayr E. 1942. Systematics and the origin of species. Columbia University Press, New York.