Sunday, 06 June 2010 15:23

"Κραυγή" - μέρος 2ο

. . Κόλαση πάλι, ο γίγαντας ξύπνησε, τα μαζεύει όλα για κάτω και εγώ τσακισμένος, δε μπορώ να τον κρατήσω. Τα χέρια μου πονάνε, τα γάντια μου έχουν αρχίσει να σκίζονται. Αλλά εκεί, δεν παραδίνομαι. ΠΟΤΕ! Μονάχα να κρατήσει η βέργα, να κρατήσει η πετονιά, σιγομουρμουρίζω. . .  Το ξόρκι μου για αυτή τη μάχη, αυτό που μου δίνει δύναμη.

Ξανά μαζεύω σχοινί, ξανά ο υπέροχος γίγαντας αφήνεται να έρθει  πιο κοντά στην επιφάνεια.  Πιο κοντά αυτή τη φορά. Αρχίζει και ασημίζει. Είναι μεγάλο αυτό το υπέροχο ψάρι. Οι μυς των χεριών μου καίνε όπως κρατώ το νήμα. Αλλά δεν παραδίνομαι, δεν χαλαρώνω. Ξέρω ότι όλα ανατρέπονται από στιγμή σε στιγμή στον υδάτινο κόσμο, με τέτοια πλάσματα. Κουνιέται πάλι, φεύγει για κάτω. Χαλαρώνω λίγο το νήμα από τα χέρια μου, και συμβαίνει το αναπάντεχο: μπλέκεται μια σπείρα σχοινιού στον αστράγαλο μου. Πιάνοντας από πίσω τον τένοντα και τη φτέρνα. Λες και ξέρει ο αντίπαλος, τραβάει δυνατά. Βυθίζομαι και τα χάνω. Νιώθω ένα κάψιμο στο πόδι και λυσσάω. Αίμα στη θάλασσα από παντού, αίμα από το ψάρι, αίμα από εμένα.

ΛΥΣΣΑΩ μωρέ, καταλαβαίνεις? Τρελαίνομαι και κάνω αυτό που δε πρέπει ποτέ να κάνεις στη τούνα: γυρνάω μια γύρα το σχοινί γύρω από τη παλάμη και τραβάω με όλη μου τη δύναμη. Τραβώ με τη ψυχή μου, με το μυαλό μου, με τις σκέψεις μου, με τη ζωή μου. Όχι δεν παραδίνομαι, ΠΟΤΕ!

Λες και η μοίρα αυτή τη φορά ήθελε να μου χαριστεί. Σταματά το ψάρι, και κερδίζω με ένα πέδιλο καλό, με ένα πέδιλο μισοβγαλμένο, με το δέρμα σκισμένο, τα μέτρα μέχρι την επιφάνεια. Άγριος τώρα. Πιο άγριος παρά ποτέ γιατί είμαι λαβωμένος. Θα νικήσω ψάρι, θα σε πάρω μαζί μου. Κρατώ με το ένα χέρι το νήμα, με το άλλο φορώ ξανά το πέδιλο και τραβώ. Χεριά στη χεριά το ανεβάζω. Ναι, ανεβαίνει. Πεθαίνει πλέον. Ναι, κερδίζω! Είναι 20 μέτρα μόνο από την επιφάνεια. Νίκησα λέω, ο δόλιος. Νίκησα λέω, ο αλαζών, χωρίς να ξέρω. . .

Ξυπνούν οι πρόγονοι μέσα μου, ξυπνούν οι μνήμες χιλιετιών και κραυγάζω. Κραυγάζω με φωνή στεντόρεια, να ακυρώσω το χρόνο. Να διαρκέσει η στιγμή για πάντα. Να ταξιδέψει η νίκη μου στα πέρατα του ορίζοντα. Κραυγάζω να σχίσω τα θεμέλια της μέρας. Κραυγάζω να αποτινάξω από πάνω μου τον μανδύα του πολιτισμού. Το μανδύα που μου έχουν φορέσει. Κραυγάζω γιατί είμαι άγριος. Πάει να πει: λεύτερος.


Νιώθεις μωρέ, για μιλάω του αγέρα? Ν Ι Ω Θ Ε Ι Σ ?


Έρχεται το πλάσμα, η βέργα περασμένη στο κορμί του, στραβωμένη, αποκαμωμένη και αυτή από τη μάχη, αλλά κρατάει. Και γίνεται το αναπάντεχο: ένα κύμα με ανεβάζει ψηλά, και καθώς το επόμενο με κατεβάζει χαλαρώνει το νήμα, πέφτει η βέργα και κλείνουν τα φτεράκια. Δεν είναι δυνατόν. . . ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ! Το ψάρι αρχίζει να βουλιάζει και εγώ κοντεύω να βάλω τα κλάματα. Μαζεύω τα κομμάτια μου, με όσες δυνάμεις μου έχουν απομείνει να βάλω τη στραβή βέργα ξανά στο όπλο, να μπορέσω να πιάσω το ψάρι. Στιγμές περνάνε μόνο, οπλίζω ένα λάστιχο, και αρχίζω να βουτάω. Όσο αντέχουν τα πνεμόνια μου. Όσο αντέχει η ψυχή μου. Εκεί στη μέση του πουθενά, με τον αγέρα να ουρλιάζει.


Με νιώθεις μωρέ?


Βουτάω ανέλπιδα, στο πουθενά. Στο μπλέ. Βουτάω όσο μπορώ και όσο δε μπορώ. Αλλά ο γίγαντας πουθενά. Ξανά βουτιά, και ξανά, αλλά ο γίγαντας πουθενά.

Γυρνώ ανάσκελα στην επιφάνεια και βάζω τα κλάματα. Κραυγάζω για δεύτερη φορά τώρα. Κραυγάζω για να δείξω στους θεούς ότι με έχουν θυμώσει. Να φοβηθούν εμένα τον ελάχιστο, εμένα το τιποτένιο. Να τους δείξω το κρίμα τους. Κραυγάζω γιατί είμαι άγριος. Γιατί το συναίσθημα πλημμυρίζει το κορμί μου, δε μπορεί να εκφραστεί μόνο με δάκρυα. Ουρλιάζω να κριματίσω το χρόνο, να ξέρει ότι ήταν άδικος.

Ας είναι, τι πάει να πει άδικος? Το δίκαιο και το άδικο είναι ανθρώπινες έννοιες, δεν έχουν σχέση με τη φύση. Τιποτένια πράγματα που έστησε γύρα του ο κακομοίρης ο άνθρωπος για να κουτσοπορευτεί τη ζωή του. Αλλά εγώ είμαι άγριος, δεν έχω ανάγκη από αυτά. Ζω έξω από αυτή τη κοινωνία. Είμαι λεύτερος. Ας είναι, χαμογελώ και ψυθιρίζω με το νου μου τα λόγια του «Γέρου»:

Δεν έχω τίποτα μαζί σου ψάρι. Είσαι όμορφο, κι ο αγώνας σου είναι τίμιος και δυνατός. Εγώ όμως έχω τον δικό μου.

Σα στερεύουν τα δάκρυα, σηκώνω το κεφάλι να δω που είμαι. Μάλιστα, στη μέση του πουθενά. Η στεριά μάλλον αχνοφαίνεται, όταν με σηκώνει το κύμα ψηλά. Αλλά εγώ δε το βάζω κάτω. Θα τα καταφέρω. Μαζεύω τα κομμάτια μου και κινώ για το κάβο που ξεκίνησαν όλα.

Θα κολύμπαγα 2 ώρες περίπου, ευτυχώς με τον καιρό στη πλάτη, μισή ώρα πριν το σούρουπο, με τη τσακισμένη βέργα στο χέρι φτάνω στο κάβο. . . Κατάκοπος, τσακισμένος. Καίει όλο το κορμί μου. «Θέλω μόνο να βγω έξω», θα έλεγε κάποιος. Αλλά όχι εγώ.

Φευγαλέα περνά η σκέψη στο μυαλό μου: «Παραδίνεσαι?» ΠΟΤΕ!

Βγάζω το κεφάλι έξω από το νερό και κραυγάζω. Ισιώνω τη βέργα στο γόνατο και οπλίζω.

Καρτέρι, μπροστά μου ο γκρεμός. . . Γιατί είμαι άγριος, πάει να πει: λεύτερος.  



Επιμύθιο:

Η ιστορία που διάβασες βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. Ελεύθερος σημαίνει να υπάρχεις χωρίς κανόνες. Άγριος σημαίνει να ζεις χωρίς κανόνες. Στο επόμενο θήραμα που θα φέρεις στην επιφάνεια της θάλασσας, σύρε κραυγή. Επέτρεψε στους προγόνους σου να ξυπνήσουν μέσα σου. Άσε τους να πιούνε αίμα από τη καρδιά σου, θα σε λευτερώσουν. Σπάσε τα δεσμά του πολιτισμού. Γίνε ένα με τη φύση, γίνε άγριος. Πάει να πει: λεύτερος. . .
Sunday, 06 June 2010 15:17

"Κραυγή" - μέρος 1ο

Το έχεις νιώσει ποτέ? Έχεις νιώσει ποτέ άγριος; Πάει να πει:  λεύτερος. . . Έχεις νιώσει την ανάγκη να σκοτώσεις; Την ανάγκη να γίνεις ένα κομμάτι με τη θάλασσα; Με τη ζωή της εκεί; Έχεις σύρει κραυγή στην επιφάνεια της θάλασσας κρατώντας το θήραμά σου; Το έχεις νιώσει μωρέ ή μιλάω του αέρα;

Ας είναι, εγώ θα σου πω την ιστορία μου. . .

Μια εποχή, σαν όλες τις άλλες. Με πολύ αγριάδα στη ψυχή, με πολύ τρικυμία. Τανίζουνταν η ψυχή. Να ξεπροβάλει από το στήθος ήθελε, μα το κορμί δεν την άφηνε. Τανίζουνταν από ανάγκη για ελευθερία, ανάγκη για λύτρωση. Ανάγκη για αγριάδα. Ανάγκη για αίμα.

Έξι μέρες κάθε απόγευμα στο ίδιο μέρος. Στον ίδιο κάβο, να γίνω ένα κομμάτι μαζί της. Έχω αποφασίσει, μάλλον, με έχει διατάξει η ψυχή, η αγριάδα που τη κάνει να αντιφεγγίζει: θέλω μάχη. Δε θέλω θήραμα.

Λέω ξανά. Δε θέλω θήραμα σήμερα. Θέλω μάχη. . .  

Έβδομη συνεχόμενη μέρα, ο καιρός θυμωμένος. Ανταριασμένος σα τη ψυχή μου. Δε χωράει το νερό στο χώρο που του έχει παραχωρήσει η στεριά. Θέλει να τη καταπιεί όλη και λυσσάει σπώντας πάνω στα βράχια. Ας είναι, εγώ θα μπω μέσα. Μόνος σήμερα, ενάντια σε κάθε κανόνα ασφαλείας. Ενάντια σε κάθε κανόνα. Πάει να πει: ελεύθερος. Να ζήσω ή να πεθάνω. Ελεύθερος να παλέψω. Ελεύθερος να ζήσω.

Νιώθεις την αγριάδα μωρέ, για μιλάω του αέρα?

Ανοίγομε λίγο από τον κάβο, να μην αφρίζουν τα ύδατα, να έχω μόνο το ρυθμικό πάνω κάτω του κύματος. Ένα με τη θάλασσα, μου μιλάει σήμερα. Μου δείχνει τα σημάδια της, μου δίνει ελπίδες. Χαμογελά και ας είναι αγριεμένη. Σαν ερωμένη που παλεύει στην αγκαλιά μου, δαγκώνει με τα κύματά της, ουρλιάζει με φωνή της τον άνεμο. Αλλά με θέλει. Παράφορα. Ανέλπιδα. Σήμερα. . . Με θέλει.

Καρτέρι, μπροστά μου γκρεμός. Ο βυθός γεμάτος ζωή. Τρομαγμένη η πλάση, κάτι μεγάλο κυνηγάει. Οι καλόγριες σα παλαβές σπάνε όλες μαζί προς την ίδια κατεύθυνση. Είναι τρομαγμένες. Τρομαγμένη όλη η ζωή εκεί. Τρομάζω και εγώ. Φοβάμαι. Αγριεύω. Ετοιμάζω το κορμί μου για τη μάχη. Αυτό που προσμένω είναι εδώ. Η θάλασσα μου μιλάει σήμερα.
Ανάδυση. . .

Δε βγάζω το κεφάλι έξω από το νερό, δε θέλω να δω τι γίνεται στην επιφάνεια. Ο άνεμος ουρλιάζει, αλλά εγώ. . . Εγώ υπάρχω μόνο μέσα στο νερό. Σήμερα, είμαι γεννημένος για να γίνω ένα με το νερό. Με τον ένα τρόπο ή τον άλλο. Σήμερα είμαι εδώ για να παλέψω. Για να ματώσω, όπως ακριβώς αυτό που προσμένω να έλθει: θέλω να το ματώσω.  Ή αυτό, ή θα χαθώ μαζί του. Δεν κάνω πίσω.

Σήμερα. . . δεν έχω πάρει τον «κατάλληλο» εξοπλισμό. Όχι, σήμερα δεν έχει τερτίπια. Σήμερα έχει πάλη, εγώ, το όπλο μου, καμωμένο θαρρείς από κεραυνό και αστροπελέκι, και το νήμα στο μουλινέ του. Γιορτή σήμερα. Γιορτή ζωής και θανάτου.

Καρτέρι, μπροστά μου γκρεμός. Η πλάση τρομαγμένη πάλι, μαζί της και εγώ. Ο αντίπαλος δεν εμφανίζεται.
Ανάδυση.

Η θάλασσα μου μιλάει σήμερα. Λέω ξανά. Μου μιλά σήμερα, μου δίνεται.

Καρτέρι, μπροστά μου γκρεμός. Κάθομαι στο βυθό και περιμένω. Αφουγκράζομαι τη ζωή του τόπου, γίνομαι ένα μαζί της. Τα μικρόψαρα σπάνε όλα μαζί πάλι, αυτή τη φορά για μεγαλύτερη απόσταση. Επιτέλους έρχεται. Επιτέλους θα μετρηθούμε. . .
Στο χέρι μου η δύναμη του κεραυνού. Στη βέργα μου η ταχύτητα της αστραπής. Έλα ψάρι. Σε περιμένω. . .
Μια φιγούρα αρχίζει και θαμπώνει σιγά σιγά. Τούνα. Αυτή τη φορά δε τρέχει. Έρχεται σιγά να περάσει μπροστά μου. Έρχεται να περάσει αγέρωχη, να παρατηρήσει ποιος τολμά να αψηφά τη παρουσία του μεγαλύτερου θηρευτή του τόπου. Τη παντοδυναμία του. Έρχεται και νιώθω το βλέμμα της να ψαχουλεύει το κορμί μου. Τόσο άβολα. Τόσο άγρια. Τόσο ζωντανά. Με χαμηλωμένη ματιά σημαδεύω εκεί όπου σε στιγμές θα βρεθεί ο εγκέφαλος του πλάσματος. Η κίνηση του αργή σήμερα. Λέω ξανά, θέλει να μετρηθεί μαζί μου. Δεν είναι καλή μέρα σήμερα ψάρι, έχω πολύ αγριάδα μέσα μου. Φύγε, σε παρακαλώ . . .

Λικνίζεται και προχωρά. Με το όπλο «δείχνω» τον εγκέφαλο του. Αλλά όχι, όχι σήμερα. Σήμερα δεν θα είναι γρήγορο. Σήμερα ποθώ τη μάχη.

Λικνίζεται το κορμί, φεύγει το όπλο από το μυαλό, σημαδεύει κορμί. Γιατί σήμερα θέλω μάχη. Μάχη και αίμα.

Και χτυπώ. . .

Χτυπώ, και ματώνει ο γίγαντας. Ματώνει και εκτοξεύεται, πιο γρήγορα και από τον άνεμο. Το μουλινέ βογκά και εγώ τρέχω για την επιφάνεια. Στιγμές πριν φτάσω πάνω, τερματίζει το νήμα. Άγρια χαρά στο κορμί μου. Άγρια χαρά στη ψυχή μου. Και ας μου τελειώνει η ανάσα, και ας παλεύω με το γίγαντα. Λύνω τη ζώνη και κλέβω έτσι τα τελευταία 3 μέτρα που με χωρίζουν από το θάνατο. 3 μέτρα μόνο ήταν. . .

Α Ν Α Σ Α !


Αρχίζει να με τραβάει. Το ψάρι, αυτό το υπέροχο πλάσμα. Είμαστε ένα τώρα. Αυτό, εγώ και το νήμα που μας δένει. Αρχίζει μάχη λυσσαλέα. Με τραβάει, με βυθίζει. Και δις και τρις. Και ξανά. Αλλά εγώ παλεύω. Δεν αφήνω. Μονάχα να κρατήσει η βέργα και η πετονιά. Δεν το αφήνω. Η εγώ η αυτό σήμερα. Λύσσα με έχει πιάσει. Δεν παραδίνομαι. ΠΟΤΕ!

Με βουλιάζει ξανά και ξανά. Και δις και τρις. Αλλά εγώ μάχομαι. Μάχομαι με τη ψυχή μου. Δε θα με νικήσεις ψάρι. Μονάχα να κρατήσει η βέργα και η πετονιά. Με παρασέρνει μέσα στην ανοιχτή θάλασσα. Αλλά εγώ δεν παραδίνομαι. ΠΟΤΕ! Μάχομαι. . . Αργά η γρήγορα θα κουραστεί. Η αυτό ή . . .


Νιώθεις την αγριάδα μωρέ, ή μιλάω του αέρα? Ν Ι Ω Θ Ε Ι Σ?    Ε Χ Ε Ι Σ    Α Ν Τ Α Ρ Α    Σ Τ Η    Ψ Υ Χ Η    Σ Ο Υ ?


Παλεύω με το ψάρι, παλεύω με τα κύματα. Αλλά δε το βάζω κάτω. Πρέπει να έχω ανοιχτεί πολύ, γιατί νιώθω τη θάλασσα έχει αγριέψει ακόμα περισσότερο. Αλλά δεν παραδίνομαι. ΠΟΤΕ! Μονάχα να αντέξει η βέργα, να αντέξει η πετονιά.

Κλεφτά βγάζω το κεφάλι έξω για να πάρω ανάσα, δε βλέπω στεριά. Και από τα χρώματα του ουρανού καταλαβαίνω ότι έχει περάσει ώρα. Αλλά εγώ εκεί. Στη μάχη. Να με βουλιάζει ο γίγαντας. Ξανά και ξανά. Και πάντα να αντιστέκομαι. Πάντα. . . Άγρια χαρά στη ψυχή μου. Λες και ο κίνδυνος μου δίνει ζωή. Λες και αυτή είναι η τελευταία μου μάχη και θέλω να τη ζήσω. Άγρια. Ανέλπιδα.

Ναι γίγαντα, κουράστηκες. Άρχισες να μου δίνεις χεριές στο σχοινί πλέον. Χαμογελώ. Έγκοπος, αλλά δυνατός. Τσακισμένος αλλά λεύτερος. Όχι, η μάχη δεν τελείωσε. Αλλά . . . θες η αγριάδα, όλα μπλέ από κάτω μου. Θες το ουρλιαχτό του ανέμου στα αυτιά μου. Θες δε ξέρω αν θα με φάει σκύλος εκεί που είμαι, ή θα με πατήσει σκάφος? Χαρά. Άγρια χαρά. Λεύτερη χαρά. Χεριά στη χεριά πλησιάζει. Ακόμα δε το βλέπω. Χεριά στη χεριά.
Blue Video
Latest members
callendar
« September 2010 »
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
    1 2 3 4 5
6 7 8 9 10 11 12
13 14 15 16 17 18 19
20 21 22 23 24 25 26
27 28 29 30      

AD