Zacharias Skevofilax

Zacharias Skevofilax

E-mail Συντάκτη: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

Το meteo έδινε καλό καιρό και έτσι αποφασίσαμε με το Σπύρο να πάμε άλλο ένα ψάρεμα στο Σαρωνικό. Η ημέρα ήταν όντως ηλιόλουστη αλλά το κρύο ήταν τσουχτερό. Ντυθήκαμε γρήγορα και ρίξαμε το φουσκωτό από τη γλίστρα βάζοντας πλώρη για γνωστά μέρη. Αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε από ένα βαθύ κομμάτι που είχαμε να το βουτήξουμε αρκετούς μήνες. Θα βούταγε ο Σπύρος μιας και έχει τα μέτρα... Για εμένα ήταν λίγο οριακά μέσα στο καταχείμωνο. Κάνει τη βουτιά και βγαίνει. Μου κάνει νόημα ότι θα ξαναβουτήξει. Εγώ τον προσέχω. Μετά από λίγη χαλάρωση βουτάει και εγώ παρόλο το βάθος των 30 μέτρων μπορώ αχνά να τον διακρίνω. Έχει πολύ καλή ορατότητα. Μετά από λίγο ανεβαίνει με μια δίκιλη σφυρίδα.

 

«Πάμε να φύγουμε δεν έχει τίποτε άλλο» μου λέει «ή μάλλον έχει αλλά δεν θα το πιάσουμε. Παραλίγο να ρίξω σε ένα μεγάλο μουγκρί. Στην πρώτη βουτιά είδα κάτι γκρι, μεγάλο και την ώρα που σημάδεψα και άρχισα να σφίγγω τη σκανδάλη, γύρισε και με κοίταξε το μουγκρί. Πρέπει να είναι κοντά στα 10 κιλά!! Είχα δει την σφυριδούλα που καθόταν από έξω γι’ αυτό έκανα την 2η βουτιά».

 

«Μια χαρά» του απαντάω και φύγαμε.

 

«Ρε Ζακ , έχω ένα στίγμα που είναι στην πορεία μας και δεν πολυθυμάμαι τι είναι αλλά και πως είναι. Είναι ρηχό και έχω να το βουτήξω κάτι χρόνια. Να του ρίχναμε μια ματιά;» με ρωτάει. «Εννοείται» του απαντάω.

 

Ετοιμάστηκα και όταν φτάσαμε στο σημείο βούτηξα. Το μέρος δεν είχε πολύενδιαφέρον και δεν μπορούσα να καταλάβω που θα ήταν το πιθανό θαλάμι ή φρύδι, μιας και όλο έδειχνε να ήταν συμπαγές. Καμιά 30αριά μέτρα πιο πέρα όμως, είχε πιο πολύ ενδιαφέρον μιας και έπαιζαν κάτι καλοί σαργοί. Όπως κοίταζα να καταλάβω το μέρος το μάτι μου «έπιασε» μια σκιά στην άμμο. Μια μεγάλη σφυρίδα 4-5 κιλών κάθεται και με κοιτάει περίπου 20 μέτρα μακριά μου. Βάζω 2η σκάλα στο 82αρι και βουτάω πάνω στο ψάρι όσο πιο ήρεμα μπορώ χωρίς πολλές-πολλές κινήσεις. Μόλις πλησιάζω το ψάρι, γυρίζει με κοιτάζει και εγώ προσπαθώ να μην κουνιέμαι. Όμως η σφυρίδα αρχίζει να κινείται  πριν μπει στο βεληνεκές μου. Την ακολουθώ καθώς αναδύομαι προσπαθώντας να μην τη χάσω από τα μάτια μου. Ακούω τον Σπύρο να μου φωνάζει αλλά δεν του δίνω σημασία μέχρι που το ψάρι μπήκε στο θαλάμι του. Βγάζω το κεφάλι μου από το νερό και ακούω τον Σπύρο να μου φωνάζει:

 

«Εδώ είναι το μέρος, έχεις φύγει μακριά».

 

«Εδώ όμως μπήκε μια σφυρίδα 4-5 κιλά» του λέω γελώντας και μένει άναυδος.

 

Παίρνω το 87αρι, βάζω 2η σκάλα και βουτάω. Κρύβομαι για να μην με βλέπει το ψάρι και πλησιάζω στο σημείο που τρύπωσε. Όμως έχει βγει έξω, με περιμένει και μόλις με βλέπει μπαίνει με φόρα στο θαλάμι πετώντας άμμο. Ανάδυση. Το βάθος είναι μόλις 10,8 μέτρα. Παίρνω δύο ανάσες και ξαναβουτάω ακόμη πιο μακριά για να με κρύψει περισσότερο ο βράχος. Η κυρία όμως έχει βγει ακόμη πιο έξω και με περιμένει και με το που πλησιάζω δίνει μια και χάνεται. Αναβαίνω και το συζητάμε με το Σπύρο, αποφασίζοντας να κάνω βολή στην τρύπα. Το ίδιο συνέβη πάλι μόνο που αυτή την φορά την ακολουθώ στο θαλάμι της. Όμως το ψάρι είναι άφαντο μέσα στη θολούρα. Πάλι πάνω. Ξανά βουτιά, το ψάρι πάλι τα ίδια μόνο που αυτή τη φορά το ακολουθώ αλλά κοιτάζω από μια άλλη, πιο μακρινή τρύπα. Βλέπω το ψάρι κορνίζα με σκυμμένο το κεφάλι και εγώ του ρίχνω από περίπου 3 μέτρα απόσταση μια διαγώνια βολή στο κεφάλι. Χαμός, παίρνω ότι μπόσικα μπορούσα αλλά το ψάρι χτυπιέται και το φρύδι όλο «καπνίζει». Το δένω σε μια σημαδούρα. Αναβαίνω στη βάρκα και εξιστορώ στον Σπύρο το όλο συμβάν. Βουτάει και εκείνος αλλά δεν μπορεί να δει τίποτα από τη θολούρα και τα αίματα.

 

«Είναι μακρινή η βολή σου, γιατί μόλις που προεξέχει από τον βράχο η πετονιά» μου λέει. «Το ξέρω» του απαντώ «αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Έξαλλου είναι ρηχά και είμαστε δύο».

 

Κάναμε μια δύο βουτιές και αποφασίσαμε να το αφήσουμε να ησυχάσει για περίπου 15΄μιας και δεν βλέπαμε τίποτα από την θολούρα. Εγώ, εν τω μεταξύ, βούτηξα να δω εκείνη την τρύπα που μου άρεσε και πήρα ένα 700αρι σαργό που ήταν μέσα λουφαγμένος. Αφού πέρασαν τα 15΄βούτιξα. Δυστυχώς από ένα παράθυρο φαινόταν μόνο το κότσι της ουράς. Πήρα το γάντζο και άρχισα να σπρώχνω το ψάρι. Αυτό δεν σπαρτάρισε καθόλου. Μακρύναμε και άλλο τον γάντζο και έσπρωξα πιο πολύ. Το ψάρι ξεκόλλησε αλλά κεφάλι δεν βλέπαμε. Από το ίδιο παράθυρο που είχε κάνει την 1η βολή, έβλεπα το μισό ψάρι. Αποφασίσαμε να κάνω άλλη μια βολή στο κέντρο και να τραβήξουμε. Έτσι και έγινε. Το ψάρι κουνήθηκε, αλλά στο δυνατό τράβηγμα ξεψάρισε. Ξεκούραση για λίγο και ξανά βουτιά. Αυτή τη φορά βλέπω βράγχια. Σημαδεύω και ρίχνω στο κρανίο. Τραβάμε εναλλάξ αλλά το ψάρι αρνείται να βγει.

 

«Το ψάρι είναι νεκρό, για τράβα το σκοινί της 1ης βολής» μου λέει ο Σπύρος.

 

Βουτάω, πιάνω το σκοινί, κοντράρω με τα πόδια μου στο βράχο τραβώντας με δύναμη και απότομα 2-3 φορές. Ως δια μαγείας το ψάρι ξεκολλάει, το παίρνω αγκαλιά και βγαίνω. Ο Σπύρος πάνω στο φουσκωτό μου κάνει νόημα να τον πλησιάσω γρήγορα και να του δώσω το ψάρι. Το φίλησα και του το έδωσα.

 

«Λίγο πριν βγεις βούτηξε αρκετά κοντά μας μια μεγάλη φώκια και δεν ξέρω τι σχέδια είχε για το ψάρι, ποτέ δεν ξέρεις... Πάντως η σφυρίδα δεν είναι 4-5 κιλά» μου είπε χαμογελώντας.

 

Εκεί τελείωσε το ψάρεμά μας. Παρατηρήσαμε ότι η βολή στο κεφάλι δεν σκότωσε το ψάρι γιατί απλώς του έξυσε το κρανίο. Κοιτώντας καλύτερα είδαμε ότι η 1η βολή της είχε τρυπήσει την καρδιά. Την ξαναφίλησα και της ζήτησα συγνώμη για τον πόνο που της είχα προκαλέσει. Λίγο πριν βγούμε βγάλαμε τις ανάλογες φωτογραφίες. Για την ιστορία, η ζυγαριά έδειξε 7,860 κιλά!!!

Από το προηγούμενο βράδυ 24/11/11 οι φίλοι μου (Σ. Χριστοφορίδης, Σ Μαρίνης & Γ. Γιαννόπουλος) είχαν δηλώσει ότι αδυνατούσαν, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους, να πάμε μαζί ψάρεμα. Η πρόγνωση έδινε ισχυρούς βοριάδες της τάξεως των 7 μποφόρ Β-ΒΔ και έτσι αποφάσισα να πάω κολυμπιτό στον Β. Ευβοϊκό. Ξύπνησα χαράματα και μετά από περίπου δύο ώρες οδήγηση έφτασα στο σημείο που ήθελα να βουτήξω. Η θάλασσα σχετικά ήρεμη αλλά ο βοριάς κυριολεκτικά «ξύριζε». Ντύθηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και έπεσα στο νερό, το οποίο ήταν και αυτό αρκετά κρύο, 15οC έδειχνε το καταδυτικό μου ρολόι. Ευτυχώς ήμουν κατάλληλα προετοιμασμένος. Στα ρηχά είχε απίστευτη ορατότητα που με έκανε να χαρώ. Ανοίχτηκα γρήγορα κάνοντας 2-3 βουτιές για να ανοίξω, χωρίς να δω τίποτε το σπουδαίο. Στα «βαθειά» όμως η ορατότητα δεν ξεπερνούσε τα δύο μέτρα. Δεν ήξερα και σε τι βάθος κυκλοφορούσαν τα ψάρια και αποφάσισα να μην κάνω πατωτά καρτέρια από την αρχή. Έτσι προσγειώθηκα πάνω σε ένα βράχο και περίμενα σε βάθος περίπου 5 μέτρων. Μετά από λίγο εμφανίστηκαν αρκετά μεγάλοι κέφαλοι αλλά αποφάσισα να μη ρίξω. Μέσα στους κεφάλους υπήρχαν και δύκιλα γοφάρια. Το πρώτο που με πλησίασε του έριξα χτυπώντας το κάτω από το μάτι. Αυτή την φορά ήξερα ότι η βολή μου ήταν καλή και ζόρισα το ψάρι τραβώντας το γρήγορα κοντά για να έχω λήψη με την υποβρύχια κάμερα. Όταν πήρα το πλάνο που  ήθελα, έδωσα ένα γρήγορο τέλος σε αυτό το υπέροχο θαλασσινό στολίδι, που ζύγιζε 1,9 κιλά ζητώντας του συγνώμη. Το ψάρεμά μου είχε βασικά τελειώσει αλλά είχαν περάσει μόνο 15 λεπτά και έτσι είπα να συνεχίσω. Προχώρησα παρακάτω και έκανα άλλες 2-3 προσπάθειες αλλά τίποτε. Έτσι αποφάσισα να κάνω τα καρτέρια μου στον πυθμένα. Ο βυθός βαθαίνει ομαλά και εγώ ήμουν περίπου στα 15μ βάθος όταν τα ξεκίνησα. Στο πρώτο καρτέρι ήρθαν πάλι πολλοί κέφαλοι αλλά εγώ δεν έριξα. Τους αγνόησα, περίμενα μήπως φανούν και πάλι τα γοφάρια αλλά τίποτα. Οι κέφαλοι πηγαινοερχόντουσαν όταν από τα δεξιά μου με προσπέρασε μια πιο φαρδιά σκιά και όπως έφευγε έριξα. Ένα δυομισάρι λαβράκι κεραυνοβολημένο έπεσε νεκρό. Μένοντας κατάπληκτος από το όλο γεγονός άνοιξα το μουλινέ όσο έπρεπε για να πάρω το πλάνο. Το λαβράκι είχε χτυπηθεί από πίσω στο πλαϊνό πτερύγιο και η βέργα είχε βγει στο δεξί του μάτι σκοτώνοντάς το ακαριαία. Το κρέμασα στη ζώνη μου, αφού το φίλησα και αυτό και όλος χαρά συνέχισα να ψαρεύω. Έκανα καρτέρια αλλά μόνο κεφάλους έβλεπα. Σε πέντε καρτέρια μου ήρθε το ίδιο κοπάδι με πάνω από 50 ψάρια αλλά έψαχνα κάτι καλύτερο. Την 6η φορά, αφού είδα και αποείδα σημάδεψα έναν από τους πιο μεγάλους και έριξα από πολύ κοντά. Το ψάρι πήρε λίγο σκοινί από το μουλινέ αλλά εγώ το κόντραρα. Σε λίγο ένας κέφαλος 1,4 κιλά προστέθηκε στην ψαροκρεμάστρα μου. Τα πόδια μου είχαν αρχίσει να κρυώνουν και αποφάσισα να βγω ψαρεύοντας. Έκανα αρκετά καρτέρια στην επιστροφή και σε ένα από αυτά ήρθαν πάλι κέφαλοι. Δεν τους πείραξα αν και τα ψάρια ήταν πιο μεγάλα. Δεν φάνηκε τίποτα άλλο. Την 3η φορά σημάδεψα έναν από τους μεγάλους και χτύπησα ένα δύκιλο ψάρι. Το ψάρι έφυγε με μεγάλη ταχύτητα ξετυλίγοντας το μουλινέ μου παρόλη την κέραια βολή μου. Το κόντραρα και πήρα τα πλάνα που ήθελα. Μου έκανε εντύπωση η δύναμη της ψαλιδωτής ουράς αυτού του υπέροχου πλάσματος, που όταν την χτύπαγε με παρέσερνε μερικά μέτρα. Είχε σηκώσει και τα δύο πλαϊνά του πτερύγια καθώς πάλευε και έμοιαζε σαν να ήταν από άλλο πλανήτη. Το πήρα κοντά μου, του έδωσα ένα γρήγορο τέλος και ζητώντας του συγνώμη το φίλησα και το κρέμασα μαζί με τα άλλα που είχα πιάσει. Δεν χρειαζόταν να ψαρέψω άλλο παρόλο που ήμουν αρκετά ανοιχτά και είχα πολύ χρόνο στη διάθεσή μου. Το ψάρεμά μου είχε πάει πολύ καλά. Βγήκα έξω και έβγαλα τις απαραίτητες φωτογραφίες μέσα στην παγωνιά και ευχαριστημένος πήρα το μακρύ δρόμο του γυρισμού...

Χτυπάει το τηλέφωνο.

 

«Έλα ρε Σπύρο, τι γίνεται?»
«Καλά, τι κάνεις το διήμερο που έρχεται?» με ρωτάει.
«Είμαι κρεβατωμένος με γρίπη δύο μέρες τώρα» του απαντάω.
«Τώρα βρήκες να αρρωστήσεις, περαστικά. Θα χρειαστώ το ψυγείο σου, θα πάμε με τον ξάδελφο (Σπύρο Χριστοφορίδη) και λέγαμε να πηγαίναμε σαν το παλιό καλό καιρό….»
«Κρίμα, δεν γίνεται, να προσέχετε και έλα να το πάρεις το ψυγείο»
και κλείσαμε το τηλέφωνο.

 

Ο Σπύρος ήρθε πήρε το ψυγείο, πήγανε και γυρίσανε με μια πολύ καλή ψαριά ενώ εγώ έμεινα να σιγοβράζω, όχι τόσο από τον πυρετό όσο από τον καημό μου που δεν μπορούσα να πάω μαζί τους. Τελικά έμεινα πέντε μέρες στο κρεβάτι και άλλες πέντε για να γίνω καλά και όταν ήρθε η αργία της 28ης Οκτωβρίου δεν κρατιόμουνα. Ρώτησα αν θα πηγαίναμε με τους Σπύρους αλλά  δεν μπορούσαν και έτσι αποφάσισα να πάω κολυμπιτό μόνος μου. Όμως ο καιρός μου τα χάλασε γιατί έβαλε ισχυρούς βοριάδες... Έτσι αποφάσισα να πάω Β. Ευβοϊκό. Ξύπνησα λίγο μετά τις πέντε τα χαράματα και ξεκίνησα. Μετά από δύο ώρες οδήγηση έφτασα εκεί που ήθελα. Είχε καιρό αλλά τον «έκοβε» η Εύβοια. Ντύθηκα, πήρα και την κάμερα και βούτηξα μόλις ξημέρωσε. 13οC τα νερά αλλά είχα φορέσει ένα 8αρι σακάκι για να είμαι σίγουρος να μην κρυώσω. Τα νερά αρκετά θολά αλλά παλευόταν η κατάσταση. Ανοίχτηκα και άρχισα τα καρτέρια. Ευτυχώς μπορούσα να βουτήξω. Τα αφτιά και οι πνεύμονες μια χαρά στα ρηχά. Σε ένα καρτέρι ήρθαν κέφαλοι και έπιασα έναν από τους πιο μεγάλους, περίπου ένα κιλό. Προχώρησα προς τα γνωστά ξενέρια καρτερεύοντας. Κέφαλοι εμφανίστηκαν πάλι αλλά δεν τους πείραξα. Κάποια ψάρια μπορεί και να ήταν πάνω από δύο κιλά. Έψαχνα κάτι καλύτερο. Συνέχιζα τα καρτέρια μου αλλά τίποτα το ιδιαίτερο. Σε μια στιγμή ήρθε ένα κοπάδι από κεφάλους, με προσπέρασαν και ξαναγύρισαν καταπάνω μου. Διάλεξα ένα από τους πιο μεγάλους και έριξα. Έπιασα ένα ψάρι 1,5 κιλό. Το κρέμασα στη ζώνη μου. Όπλισα το όπλο μου και ενώ πλησίαζα ένα ξενέρι από πίσω και αριστερά μου εμφανίστηκαν δύο γοφάρια που με προσπέρασαν με αρκετή ταχύτητα. «Η κάμερα είναι κλειστή» σκέφτηκα. «Παράτα την κάμερα και ρίξε, ρίξε!!» είπα και όντος πριν χαθούν τα δύο ψάρια μέσα στη θολούρα σημάδεψα το δεύτερο και έριξα. Το μουλινέ ξετυλίχτηκε σαν τρελό, σκέφτηκα πάλι την κάμερα, αλλά το βίαιο τράβηγμα του ψαριού με έκανε να αλλάξω γνώμη. Άφησα το όπλο πίσω μου και ψάρεψα το ψάρι κρατώντας το σκοινί τεντωμένο. Δεν ήξερα τι βολή είχα κάνει. Κάποια στιγμή το ψάρι τράβηξε προς το ξενέρι. Φοβούμενος να μην μπλέξει σε κάποια πέτρα κόντραρα το ψάρι και αυτό με βούλιαξε. «Είναι πολύ πιο μεγάλο από ότι νόμιζα», σκέφτηκα.. Με τα πολλά το έφερα κοντά, το άρπαξα από την ουρά και μετά από τα βράγχια. «Που είσαι ρε Σπύρο με την κάμερα...» σκέφτηκα. Έδωσα ένα γρήγορο τέλος στο μεγάλο γοφάρι, το φίλησα και του ζήτησα συγνώμη. Το πόντισα μέχρι το σημείο που να το βλέπω και άνοιξα την κάμερα για τα σχετικά πλάνα. Έκανα αρκετά καρτέρια αλλά με «έτρωγε» πόσο βαθειά μπορούσα να βουτήξω. Σκέφτηκα να πάω στο "κιούρτο". Υπάρχει ένας παρατημένος κιούρτος και εκεί τα νερά είναι περίπου 12-13 μ και βαθαίνουν αρκετά. Έφτασα εκεί που ήθελα και βούτηξα. Όταν έφτασα στον πάτο (12,4m) τα αφτιά άρχισαν να βουίζουν. Εξίσωσα με δυσκολία και καρτέρεψα. Ήρθαν αρκετοί κέφαλοι και δεν τους πείραξα. Δεν ήρθε τίποτε άλλο. Έκανα άλλη μια βουτιά, περίμενα και πήρα άλλον ένα κιλίσιο κέφαλο. «Αρκετά για σήμερα» σκέφτηκα και ξεκίνησα για να βγω. Ο καιρός είχε αρχίσει να φορτώνει. Βγήκα, έβγαλα και τις απαραίτητες φωτογραφίες και χαρούμενος πήρα το δρόμο για το γυρισμό.

 

Για την ιστορία, το γοφάρι τελικά ήταν λίγο πάνω από 4 κιλά!

Ο Αύγουστος με βρήκε πάλι στην αγαπημένη μου Κάρπαθο να επισκέπτομαι τους γονείς μου και να κάνω τις διακοπές  μου. Το νησί φημίζεται για τις κακοκαιρίες του αλλά φέτος το παράκανε. Ήμουν ένα μήνα και έκανε μόνο μισή μπονάτσα. Ο Β - ΒΔ ισχυρός σταθερά στα 7 μποφόρ ενώ έφτασε τα 10 μποφόρ και δύο μέρες έκανε κρύο λες και ήταν χειμώνας αναγκάζοντας με να ψαρεύω μέσα στα κύματα με ρηχά καρτέρια. Έπιασα πολλά άσπρα (σαργούς, κεφάλους, λούτσους, σκάρους κλπ) αλλά ήθελα να πάω να βουτήξω στα βαθειά και γνώριμα μέρη μου.

 

Λες και με άκουσε ο Ύψιστος και μου έκανε τη χάρη. Ένα απόγευμα ο καιρός γύρισε σε 6αρη νοτιά και εγώ ετοιμάστηκα να πάω σε ένα βαθύ τόπο που τον χτυπάει ο καιρός των προηγούμενων ημερών. Ξύπνησα νωρίς το πρωί, έβαλα τα πράγματα στο αμάξι και ξεκίνησα για το γνωστό τόπο. Η θάλασσα ήταν σχεδόν κόλα όταν έφτασα και εγώ αφού ετοιμάστηκα γρήγορα-γρήγορα βούτηξα και άρχισα να ανοίγομαι για να φτάσω στο μέρος που ήθελα. Έκανα 3-4 βουτιές για να ανοίξω ψευτοκαρτερεύοντας και πήρα ένα σαργό και ένα μελανούρι μέσα στη θολούρα. Η απότομη αλλαγή του καιρού μπορεί να είχε φέρει την μπουνάτσα αλλά τα νερά ήταν «σκοτωμένα». Η ορατότητα δεν ξεπερνούσε τα 10 με 12 μέτρα. Κοιτώντας τα σημάδια μου έφτασα στο τόπο και πήρα το 100αρί στο χέρι αρχίζοντας τα πλαναρίσματα. Σε ένα από αυτά διέκρινα στο πάτο και μακριά από εμένα, μια μεγάλη φιγούρα ροφού να με χαζεύει κουνώντας τα πλαϊνά του πτερύγια. Αναδύθηκα, κολύμπησα εκεί που είχα δει το ψάρι και βούτηξα εκ νέου. Πουθενά το ψάρι! Έκανα καρτέρια, τίποτα. Πήρα το κοντό και άρχισα τα ψαχτήρια. Μάταια! Ξέροντας καλά το μέρος, κολύμπησα προς τα εκεί που θα μπορούσε να τρυπώσει το ψάρι. Πήρα πάλι το 100αρι και πλακώθηκα στα καρτέρια.  Έτσι σε μια ανάδυση είδα ένα καφέ-πορτοκαλί σημάδι που δεν ταίριαζε και πολύ με το βυθό να κουνιέται. Αναδύθηκα πήρα μια βαθειά ανάσα και βούτηξα εκεί που νόμιζα ότι κάτι υπήρχε. Ως δια μαγείας έπεσα πάνω στο ροφό. Καθώς πλησίαζα έδωσε μια με την ουρά του και χάθηκε κάτω από το μονόπετρο πριν μπει στο βεληνεκές του όπλου. Πλησίασα λίγο ακόμα και έμεινα μετέωρος μην ξέροντας τι να κάνω. Καθώς ξεκίνησα για την επιφάνεια νάτος πάλι έξω και να με κοιτάει. Στην απέναντι πέτρα ένας ροφός 5-6 κιλά χαζεύει την όλη κατάσταση. Τον βλέπω σε κάθε βουτιά και έχω βολή στο κεφάλι αλλά εγώ ήθελα το μεγάλο ψάρι. Αυτό έγινε 3-4 φορές χωρίς να μου δίνει ευκαιρία για βολή το μεγάλο ψάρι. Την τελευταία φορά που συνέβη άφησα απαλά το όπλο πάνω στο μονόπετρο, για να μη χάσω το μέρος λόγω της θολούρας,  και έφυγα για να φέρω κοντά τη σημαδούρα. Θα προσπαθούσα άλλη μια φορά και μετά θα έμπαινα με το κοντό και ο Θεός βοηθός. Δεν μου αρέσει να ψαρεύω μόνος σε αυτά τα βάθη, πόσο μάλλον να ξεβραχώνω στα -27μ. Πόντισα τη σημαδούρα σχετικά κοντά, προσέχοντας να μην τρομάξω το ψάρι, πήρα μια βαθειά ανάσα και βούτηξα. Το ψάρι δεν το είδα και στεναχωρημένος σύρθηκα πάνω στο μονόπετρο και έπιασα το 100αρι μου. Καρτέρεψα όσο μπορούσα ρίχνοντας κλεφτές ματιές μήπως τον δω αλλά τίποτα. Απογοητευμένος ετοιμαζόμουν να φύγω όταν το μάτι μου έπιασε μια κίνηση πιο αριστερά από εκεί που έβλεπα συνήθως το ψάρι. Είχε πάει πιο πλάγια, παραλλαγμένος, τελείως μαύρος έβγαλε το κεφάλι του δειλά-δειλά και με κοιτούσε. Γύρισα σιγά-σιγά το 100αρι σημάδεψα στο κεφάλι και έριξα. Χαμός. Η βέργα τον βρήκε στο μάτι και το μεγάλο ψάρι προσπάθησε να βραχώσει αλλά η βέργα τον εμπόδισε. Τράβηξα το ψάρι έξω προσέχοντας να μην μπλέξει πουθενά και άνοιξα το μουλινέ ελέγχοντας το μεγάλο ροφό. Τον ανέβασα στην επιφάνεια όπου του έδωσα ένα γρήγορο τέλος. Τον πήρα αγκαλιά, τον φίλησα και του ζήτησα συγνώμη για τον πόνο που του είχα προκαλέσει. Τότε θυμήθηκα και τον 6αρι που με παρατηρούσε σαν απορημένος σε όλη την προσπάθεια μου. Τον χαιρέτισα από την επιφάνεια (εννοείται δεν τον έβλεπα) και έφυγα χαρούμενος. Δεν υπήρχε λόγος να ψαρέψω άλλο. Είχα ξεχάσει την φωτογραφική στο σπίτι όπου έβγαλα φωτογραφίες και η ζυγαριά έδειξε 17,3 κιλά. Σε περίπου μια ώρα μετά ο καιρός γύρισε σε ένα γεμάτο 7 Μαΐστρο και εκεί τελείωσαν τα όνειρα μου για μια 2η βαθειά βουτιά την επόμενη μέρα ή το ίδιο απόγευμα...

Πάσχα στην αγαπημένη μου Κάρπαθο αλλά ο καιρός δεν βοηθάει καθόλου.

Ενώ πριν πάω οι γονείς μου, μου έλεγαν ότι είχε φοβερές μπονάτσες, με το που έφτασα στο νησί τα 7αρια Β - ΒΔ δεν σταμάτησαν καθόλου. Η πρόβλεψη έλεγε ότι ο καιρός θα «έσπαγε» από τη Μεγάλη Πέμπτη και μετά, αλλά το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, όχι μόνο δεν είχε μπουνατσάρει αλλά το 7αρι ενισχυόταν κιόλας...

Έτσι για να μη χάσω τη βουτιά, μιας και είχα να βουτήξω τρεις μέρες, αποφάσισα να πάω στα νότια, στη διπλή παραλία του Διακόφτη με τα κρυστάλλινα νερά,όπου κόβει ο καιρός αλλά δεν έχει και ιδιαίτερα ψάρια. Έχω πολλά χρόνια να ψαρέψω εκεί, γιατί ειδικά το καλοκαίρι με τα μελτέμια πολλοί επιλέγουν αυτόν τον τόπο και δεν έχει μείνει σχεδόν τίποτε αξιόλογο. Ανοιχτά το μέρος κάνει ωραία φρύδια με μαύρα και άσπρα ψάρια, όμως μια παλιά εμπειρία με απέτρεψε να ανοιχτό. Θυμάμαι που είχα ανοιχτεί με λιγότερο καιρό απ’ ότι σήμερα, πιτσιρικάς τότε με την τρέλα για ψαροτούφερο στο ζενίθ και είδα και έπαθα να γυρίσω πίσω από την πολλή κόντρα και ιδικά το ισχυρό ρέμα.Το κακό είναι ότι η επόμενη στάση είναι η βόρειος Αφρική(!). Δεν έχει τίποτα στο ενδιάμεσο για να απαγκιάσει κανείς.

Βούτηξα με βαριά καρδιά και πλακώθηκα στα καρτέρια. Δεν είχε τίποτε το ιδιαίτερο όπως περίμενα. Έπιασα 5-6 μισόκιλους σκάρους,ένα μεσαίο σαργό. Μια δύκιλη σμέρνα δεν με άφηνε σε ησυχία. Την τσίμπησα μια-δύο φόρες αλλά αυτή τον χαβά της. Κολύμπησα και απομακρύνθηκα αλλά μετά να την πάλι δίπλα μου. Μάλλον μύριζε τους σκάρους και έτσι αναγκάστηκα να την χτυπήσω. Καθώς ξεκίνησα πάλι τα καρτέρια παρατήρησα ότι λίγο μακριά είχε 2-3 ψάρια που έκαναν παραλλαγή στα φύκια αλλά δεν πλησίαζαν. Αναδύθηκα και πλησίασα όσο πιο ήσυχα μπορούσα. Τα δύο από αυτά έφυγαν με απίστευτη ταχύτητα ενώ το τελευταίο έμεινε. Έσπασα την μέση μου και πλησίασα όσο πιο ήρεμα μπορούσα. Διέκρινα την σιλουέτα μέσα στα φύκια, σημάδεψα και πάτησα τη σκανδάλη. Πέτυχα το μακρύ ψάρι στο κέντρο και ήρεμα το τράβηξα έξω από την φυκιάδα. Είχα πιάσει ένα αυλόστομο ή αλλιώς ψάρι τρομπέτα.Είχα να δω τόσο μεγάλο αυλόστομο πολλά χρόνια αλλά τώρα υπήρχαν πολλοί. Είδα πάνω από πενήντα ψάρια και κατάφερα να πιάσω έξι. Είναι ψάρια που απαντώνται στα τροπικά νερά και μάλλον έχουν ανεβεί μέσω της Ερυθράς Θάλασσας. Στα τροπικά έχουν πιο φανταχτερά χρώματα όπως μοβ-ροζ με άσπρες κάθετες ρίγες ή εντελώς κίτρινα-πορτοκαλί. Αυτά που έπιασα εγώ είχαν ένα λαδί χρώμα με θαλασσιές βούλες οι οποίες χάθηκαν μόλις πέθαναν τα ψάρια. Είναι μακρύ-οβάλ ψάρι που για να το πιάσεις θέλει κάθετη βολή μιας και έτσι είναι πιο φαρδύ το σώμα του. Στο καρτέρι δεν πλησιάζει εύκολα και αν έρθει είναι δύσκολος στόχος μιας και το ψάρι είναι πολύ λεπτό.

Έχει ένα μακρύ κεφάλι, σαν αυλός (από εκεί πήρε το όνομά του) για να ρουφάει τα μικρόψαρα. Η ουρά του έχει δύο σειρές πτερύγια και καταλήγει σε μια τρίχα που όταν το ψάρι κολυμπά νομίζεις πως σέρνει ένα κομμάτι πετονιάς. Όσο για το μαγείρεμά τους, εμείς τα φάγαμε τηγανιτά και είχαν εκπληκτική γεύση. Έχω ακούσει ότι τρώγονται και ψητά στα κάρβουνα, περασμένα σε καλαμάκι με ρίγανη όπως ψήνουν τα χέλια στο Μεσολόγγι...

Παρασκευή απόγευμα χτυπάει το τηλέφωνο.

 

«Έλα Σπύρο τι γίνεται;» Ρωτάω
«Ζακ, τι κάνεις την Κυριακή;» Ρωτάει ο Σπύρος.  
«Δυστυχώς δεν μπορώ αυτό το Σαββατοκύριακο. Οικογενειακές υποχρεώσεις». Του λέω.
«Κρίμα, θα πάω για σφυρίδες χαχαχα.» μου απαντάει
«Μην με βάζεις σε πειρασμό, αλλά ρε φίλε δεν μπορώ. Να προσέχεις. Θα τα πούμε.» Και έκλεισα το τηλέφωνο.

 

Την Κυριακή ο Σπύρος πήγε. Το βράδυ τον παίρνω τηλέφωνο.

 

«Τι έγινε; Πως τα πήγες;» Ρωτάω.
«Άσε τι έγινε. Μου ξεψάρισε μια σφυρίδα περίπου 10 κιλά γιατί δεν είχα κάποιον να με βοηθήσει. Κατεβαίνω στο θαλάμι και το ψάρι είναι μέσα. Βλέπω μάτι ρίχνω για να το σκοτώσω αλλά το πήρα λίγο ψιλά. Βραχώνει το ψάρι, ανοίγω μουλινέ, φτάνω επιφάνεια αλλά ο καιρός έχει πάρει την σημαδούρα μακριά και δεν μπορώ να δέσω την σφυρίδα. Αναγκαστικά αφήνω το όπλο, κολυμπώ, μαζεύω την σημαδούρα και δένω το όπλο. Το ψάρι όμως έχει βραχώσει πιο μέσα και στα -34μ. μόνος, τα πράγματα είναι δύσκολα. Ξεκουράζομαι, βουτάω με τα πολλά βρίσκω το ψάρι και εκεί που πάω να το δευτερώσω πετάει την βέργα και χάνεται μέσα στην θολούρα. Τα μάζεψα και έφυγα. Κρίμα το ψάρι, ελπίζω να ζήσει.»Μου απαντάει.
«Όντος κρίμα, έπιασες τίποτε άλλο;» Τον ρωτάω.
«Μια συναγρίδας δίκιλη.» Μου απαντάει
«Θα το πάρουμε την Τετάρτη που μπορώ.  Εσύ μπορείς;» Ρωτάω.
«Μάλλον ναι, αλλά σιγά μην είναι εκεί. Τέλος πάντων, καλό βράδυ.» μου λέει.
«Καλή ξεκούραση. Θα τα πούμε.» Και έκλεισα το τηλέφωνο.

 

Τελικά ήρθε η Τετάρτη και πήγαμε για ψάρεμα. Ξεκινήσαμε από το ρηχά για κανένα άσπρο και για να ανοίξουμε, αλλά λίγα πράγματα. Ένας σαργός, ένα μελανούρι και ένας σικυός ήταν η ψαριά. Στα βαθειά δεν είχε και πολλή κίνηση αλλά ο Σπύρος πήρε μια συναγρίδα περίπου 2 κιλά.

 

«Πάμε στην σφυρίδα,» του λέω. Και ξεκινήσαμε.

 

Όταν φτάσαμε κάναμε κάποια καρτέρια χωρίς να δούμε τίποτε το αξιόλογο. Κάτι μικρές στήρες εμφανίστηκαν αλλά τίποτε άλλο. Δεν ασχοληθήκαμε και φτάσαμε στο γνωστό μονόπετρο. Φυσικά θα βούταγε ο Σπύρος μιας και γνώριζε το θαλάμι καλύτερα, αλλά και τα μέτρα ήταν πολλά για εμένα μέσα στο καταχείμωνο. Του έδωσα το 87αρι μου και αφού προετοιμάστηκε βούτηξε. Εγώ ήμουν έτοιμος για οτιδήποτε συμβεί. Είχε περάσει ένα λεπτό και σαράντα δευτερόλεπτα και διακρίνω τον Σπύρο να αναδύεται αλλά κάτι δεν πάει καλά. Κρατάει το σκοινί στο χέρι, το όπλο πουθενά. Συναγερμός! Παίρνω μια βαθειά ανάσα και βουτάω. Πλησιάζω τον Σπύρο όμως διακρίνω κάτι να ασπρίζει από κάτω του, τον προσπερνάω και δευτερώνω μια μεγάλη σφυρίδα. Ανοίγω το μουλινέ και βγαίνω στην επιφάνεια.

 

«Τι έγινε;» του λέω.
«Κατεβαίνω και ενώ περιμένω πως το ψάρι εάν είναι μέσα θα είναι στο βαθύ λαγούμι για να στρίψει και να το χάσω, αυτό έχει λουφάξει και κάθεται αριστερά που είναι τυφλό! Έχει λουφάξει και με κοιτάει και χωρίς δεύτερη σκέψη του ρίχνω. Πετάω έξω το όπλο και τραβώ, αλλά το όπλο σου πήρε νερά και βούλιαξε. Η σφυρίδα πετάχτηκε έξω και χτυπιόταν και ενώ αναρωτιόμουν που είσαι για να δευτερώσεις... εμφανίστηκες και έπραξες αυτό ακριβώς. Είναι το ίδιο ψάρι , δεν το πιστεύω, δεν γίνονται αυτά.» Μου απάντησε ο Σπύρος.
«Να όμως που γίνονται», του είπα και εκεί τελείωσε το ψάρεμα μας.

 

Το ψάρι ήταν χτυπημένο μερικά χιλιοστά πάνω από το κρανίο. Η προηγούμενη βολή του Σπύρου του είχε ξύσει το κρανίο χωρίς να κάνει ιδιαίτερη ζημιά στο μεγάλο ψάρι. Το ψάρι μάλλον έμεινε σοκαρισμένο στο θαλάμι για να γιάνει, αλλά ο Ύψιστος είχε άλλα πλάνα για αυτό το υπέροχο πλάσμα. Αφού του δώσαμε ένα τέλος στην ταλαιπωρία του, του ζήτησα συγνώμη, το φίλησα και το έβαλα στο ψυγείο. Λίγο πριν βγούμε βγάλαμε τις απαραίτητες φωτογραφίες. Ήταν εντελώς νηστικό, άδειο και ζύγιζε 8 κιλά.

Από το προηγούμενο βράδυ καταστρώναμε τα σχέδια για την εξόρμηση μας, ο Σπύρος (Μαρίνης) ήθελε να πάμε για βαθειά βουτιά ενώ εγώ του γκρίνιαζα:

 

«Που να πάμε με τόσο κρύο. Πάλι θα βουτάμε στα άπατα χωρίς νόημα και με πολύ θολούρα και κρύο».

 

Και δώσ' του γκρίνια. Με τα πολλά πείστηκε, (μάλλον δεν ήθελε να μου χαλάσει το χατίρι) και έτσι κατά τις 8 το πρωί ξεκινήσαμε για το γνωστό λαυρακότοπο. Μετά από μια δίωρη οδήγηση με εξιστόρηση διαφόρων γεγονότων φτάσαμε επιτέλους στον τόπο που θέλαμε να ψαρέψουμε. Η ηλιοφάνεια ήταν εκπληκτική και ζέσταινε την όλη χειμωνιάτικη ημέρα. Κάναμε γρήγορα ένα πλάνο, αν και ο τόπος βοηθούσε πολύ γιατί ήταν ένας απέραντος κόλπος και έτσι δεν θα εμπόδιζε ο ένας τον άλλον. Ο Σπύρος διάλεξε να πάει δεξιά και εγώ αριστερά. Θα συναντιόμασταν ξανά σε περίπου τρεις ώρες εκτός και αν δεν βρίσκαμε τίποτα οπότε θα αλλάζαμε τόπο.

Ο ελαφρύς νοτιάς έκανε το όλο θέμα πιο ελκυστικό γιατί τα είχε θολώσει λίγο. Ντυθήκαμε γρήγορα με τις χοντρές στολές μας και βουτήξαμε σχεδόν ταυτόχρονα. Ο Σπύρος ήταν 2-3 μέτρα μπροστά μου όταν χωρίσαμε. Δεν είχα στρίψει καλά-καλά για να πάω αριστερά όταν κάτω από τα πέδιλά μου και σε βάθος περίπου ένα μέτρο, διέκρινα ένα μεγάλο χταπόδι που δεν χώραγε στην τρύπα που προσπάθησε να μπει. Όπλισα στην 1η σκάλα και του έριξα ανάμεσα στα μάτια και σχεδόν αμαχητί το ανέβασα στην επιφάνια. Ψιλό-απόρησα πως δεν το είδε ο Σπύρος αλλά η θολούρα είχε παίξει το παιχνίδι της (μάλλον φταίει και το γεγονός πως απλά δεν ξέρει να τα ξεχωρίζει...χαχα!). Η ορατότητα στα πολύ ρηχά δεν ξεπερνούσε το 1 με 1,5 μέτρο. Κρέμασα το 2,5άρι χταπόδι στην ψαροβελόνα μου σκεπτόμενος καλή αρχή. Ανοίχτηκα λίγο, χαιρέτισα τον Σπύρο και ξεκίνησα τα καρτέρια μου. Στην αρχή τα έκανα κάθετα προς την παραλία αλλά σε μια στιγμή το ψιλό έτρεξε πανικοβλημένο προς την παραλία. Κάτι πλησιάζει από τα βαθειά σκέφτηκα και γύρισα όσο πιο απαλά και αργά μπορούσα. Είδα δύο λαυράκια να μου έρχονται από τα βαθειά. Άφησα λίγες μπουρμπουλήθρες και τα ψάρια πλησίασαν κι άλλο. Ήταν του ιδίου μεγέθους οπότε σημάδεψα το πιο κοντινό και πάτησα την σκανδάλη. Το λαυράκι χτυπήθηκε κοντά στο κεφάλι και απλά έπεσε στην άμμο. Το άλλο έμεινε για λίγο σαστισμένο και όταν άρχιζα να μαζεύω το σκοινί της βέργας εξαφανίστηκε όπως είχε έρθει. Έπιασα το λάφυρο που πλησίαζε τα 2 κιλά, του έδωσα ένα γρήγορο τέλος και φιλώντας το, το κρέμασα και αυτό. Έτσι αποφάσισα να κάνω τα καρτέρια μου παράλληλα με την παραλία για να ελέγχω και την μεριά του πελάγους. Μετά από λίγο από την ίδια κατεύθυνση εμφανίστηκαν καμία δεκαριά μισόκιλα ψάρια. Τα χάζεψα και έπαιξα μαζί τους αφήνοντας μπουρμπουλήθρες τη στιγμή που έφευγαν κάνοντας τα να γυρίσουν σχεδόν όλα πίσω. Χαμογέλασα με την αθωότητά τους και συνέχισα το ψάρεμά μου. Η ορατότητα δεν ξεπερνούσε τα 3-4 μέτρα και η θερμοκρασία ήταν σταθερή στου 13οC. Ψάρευα σε βάθος 3-5 m. Υπήρχαν κοπάδια με καλές σε μέγεθος σάρπες από τα οποία σε κάποια καρτέρια μπορούσα να είχα πάρει μερικά ψάρια, αλλά η ιδέα ότι κυκλοφορούν λαυράκια με απέτρεψε στο να πατήσω τη σκανδάλη.  Το ένα καρτέρι διαδέχονταν το άλλο όταν μερικά ευμεγέθη λαυράκια εμφανίστηκαν κοντά στην επιφάνια και με κατεύθυνση προς τα εμένα. Το προπορευόμενο ψάρι ερχόταν καταπάνω μου αλλά ήταν πολύ ψιλά. Σκέφτηκα ότι αν γύρναγα το ψαροτούφεκο μπορεί να το τρόμαζα και φεύγοντας θα έπαιρνε και όλα τα άλλα μαζί του. Άφησα λίγες μπουρμπουλήθρες και το ψάρι άλλαξε κατεύθυνση προς τις φυσαλίδες και εγώ βρήκα το χρόνο να το σημαδέψω καλύτερα πατώντας τη σκανδάλη. Το 2,5άρι λαυράκι χτυπήθηκε κατά μήκος και έχοντας σχεδόν ολόκληρη τη βέργα στο σώμα του βυθίστηκε. Κολύμπησα και το έπιασα αγνοώντας τι έκαναν το υπόλοιπα. Χάρηκα για το αποτέλεσμα αλλά λυπήθηκα για το ψάρι και το κρέμασα φιλώντας το μαζί με τα άλλα. Συνέχισα το ψάρεμά μου και σε μια στιγμή είδα μια καλή τσιπούρα να φεύγει ήσυχα πίσω από κάτι πέτρες. Καταδύθηκα απαλά και σύρθηκα προς το μέρος που είχα δει το ψάρι. Προς μεγάλη μου έκπληξη η τσιπούρα είχε ανεβεί στα μεσόνερα και με κοιτούσε σαν να με περιγελούσε. Το ψάρι ακίνητο αλλά μακριά απλώς με παρατηρούσε. Δεν είχα και πολλές επιλογές και απλά καρτέρευα. Η τσιπούρα απτόητη.  Όμως η όλη της συμπεριφορά τράβηξε την περιέργεια ενός μεγάλου σαργού. Εμφανίστηκε πίσω από τα βράχια τσιμπολογώντας δεξιά και αριστερά χωρίς να με έχει πάρει χαμπάρι. Μη ρισκάροντας έριξα στον σαργό κατά μέτωπο από μακριά.  Η βέργα έπεσε πίσω από τις πέτρες χωρίς καμία αντίσταση. Αστόχησα σκέφτηκα και κολύμπησα να πιάσω τη βέργα όταν προς μεγάλη μου έκπληξη είδα τον κιλίσιο σαργό να είναι περασμένος "σουβλάκι" πάνω στη βέργα. Πήρα το σαργό τον φίλησα και τον κρέμασα και αυτόν. 

Η ώρα είχε περάσει και αποφάσισα να κάνω μερικά καρτέρια ακόμη πριν γυρίσω. Λες και άκουσε την σκέψη μου ένα λαυράκι 1,4κ ήρθε με τάσεις αυτοκτονίας καταπάνω μου και το έπιασα. Αρκετά σκέφτηκα και πήρα το δρόμο του γυρισμού χωρίς να ψαρεύω άλλο. Πιο κάτω έπιασα άλλο ένα καλό χταπόδι και βγήκα κοντά στο αυτοκίνητο.  Μετά από λίγο ήρθε και ο Σπύρος που είχε πιάσει και αυτός τρία καλά λαυράκια και μια υπέροχη μουρμούρα. Γεμάτοι χαρά βγάλαμε τις απαραίτητες φωτογραφίες και πήραμε το δρόμο για τον γυρισμό. Δεν υπήρχε λόγος να ψαρέψουμε άλλο αν και είχαμε αρκετό χρόνο στην διάθεσή μας....

11/03/2011 - 11:33

Μυλοκόπι!!

Έχω επιστρέψει στην Αθήνα και από την 1η Σεπτεμβρίου έχουν ξεκινήσει και τα συμβούλια με τους καθηγητές για την νέα σχολική χρονιά. Όμως την Τετάρτη 8/9/2010 δεν έχω τίποτα και αποφάσισα να πάω για βουτιά. Δυστυχώς οι φίλοι μου (οι 2 Σπύροι και ο Γιάννης) δεν μπορούν να πάμε όλοι μαζί για ψάρεμα κι έτσι αναγκαστικά θα πάω μόνος μου κολυμπιτό. Μετά από αρκετή σκέψη αποφασίζω να πάω Β. Ευβοϊκό μια και έχω καιρό να τον ψαρέψω. Ξύπνησα χαράματα, φόρτωσα τον εξοπλισμό και ξεκίνησα για το μέρος που είχα επιλέξει. Έφτασα μόλις είχε βγει ο ήλιος. Ντύθηκα γρήγορα και βούτηξα τραβώντας ανοιχτά. Τα νερά αρκετά θολά αλλά υποφερτά. Η ορατότητα δεν ξεπερνούσε τα τρία μέτρα. Στα πρώτα καρτέρια κάποιοι μικροί κέφαλοι φάνηκαν. Τους αγνόησα και πήγα λίγο πιο βαθειά. 3-4 κέφαλοι  μεγάλοι ήρθαν στο καρτέρι μου. Με έτρωγε η παλάμη μου να πατήσω τη σκανδάλη αλλά συγκρατήθηκα. «δεν έχω έρθει για κεφάλους» είπα μέσα μου. Τα ψάρια έφυγαν… Στο επόμενο καρτέρι φάνηκαν 5-6 2κιλα γοφάρια αλλά ήταν πολύ νευρικά. Την ώρα που χανόντουσαν μέσα στη θολούρα, έριξα αλλά αστόχησα. Λίγο πιο κάτω το ίδιο συνέβη με μια κιλίσια τσιπούρα. Η ψυχολογία στο ναδίρ. Αποφάσισα να συνεχίσω και ότι γίνει. Χαλάρωσα στην επιφάνια και παίρνοντας μια βαθειά ανάσα βούτηξα για ένα μεγάλο καρτέρι. Όταν προσγειώθηκα στο βυθό, δεν είχαν περάσει 10 δευτερόλεπτα, διέκρινα στα δεξιά μου μια άσπρη φιγούρα να με πλησιάζει. Δεν μπορούσα να διακρίνω τι ψάρι ήταν λόγω της θολούρας. Ήταν πολύ φαρδύ για να είναι κέφαλος ή λαυράκι αλλά και πολύ στενό για να είναι τσιπούρα. Δεν ήταν γοφάρι γιατί η ουρά του δεν έδειχνε διχαλωτή. Το ψάρι στάθηκε μπροστά μου, μέσα στη θολούρα και εγώ χωρίς να χάσω χρόνο σημάδεψα το κεφάλι του και πάτησα τη σκανδάλη. Η άσπρη σκιά δεν κουνήθηκε καθόλου και εγώ σκέφτηκα ότι πάλι αστόχησα και ξεκίνησα για την επιφάνια. Όμως αυτήν τη φορά η βέργα ήταν βαριά. Την τράβηξα κοντά μου για να δω τι είχα χτυπήσει και γεμάτος έκπληξη είδα ένα πανέμορφο μυλοκόπι 1,5 κιλό, νεκρό πάνω στη βέργα μου. Έχω δει 5 φορές αυτά τα υπέροχα ψάρια και έχω πιάσει τα τρία στα τόσα χρόνια που ψαρεύω. Το φίλησα και το κρέμασα στην ψαροκρεμάστρα μου. Ουσιαστικά το ψάρεμα μου είχε τελειώσει, αλλά είχε περάσει μόνο μισή ώρα ψαρέματος και μια και είχα διανύσει  τόσα χιλιόμετρα αποφάσισα να συνεχίσω. Μετά από 2 καρτέρια αστόχησα (και πάλι) σε μια μισόκιλη τσιπούρα. Προχώρησα λίγο, βούτηξα και με κάθετη βολή πήρα μια μισόκιλη μουρμούρα. Γεμάτος χαρά κι αυτοπεποίθηση ξαναβούτηξα. Μια από τα ίδια. Αυτή την φορά πήρα έναν μισόκιλο κακαρέλο σε κάθετη βολή πάλι. Καθώς περνούσε η ώρα το ρέμα άλλαζε και τα νερά θόλωναν όλο και πιο πολύ. Αποφάσισα να βγω ψαρεύοντας. Σε ένα καρτέρι πήρα ένα λαυράκι που ζύγιζε 1,4 κιλά.  Κολυμπάω λίγο πιο κάτω και κάνω ένα ακόμη καρτέρι. Τότε μέσα από την θολούρα εμφανίζεται μπροστά μου ένα λαυράκι που δεν ήταν ούτε μισό κιλό. Με πλησίασε αγριεμένο, με πολύ τσαμπουκά, καβάλησε το όπλο, κύρτωσε την ράχη του, φούσκωσε τα μάγουλα του ανοίγοντάς τα για να φανεί πιο μεγάλο και στάθηκε 30 πόντους μπροστά στην μάσκα μου. Από το όλο θέαμα με έπιασαν τα γέλια και παραλίγο να πνιγώ. Βγήκα στην επιφάνια βήχοντας και γελώντας. Λίγο πριν βγω είδα μια σκιά μέσα στη θολούρα και έριξα. Ένας κέφαλος 1,2 κιλά ήρθε να προστεθεί σαν τελευταίο στολίδι στην ψαροβελόνα μου. Βγήκα έξω για να βγάλω τις απαραίτητες φωτογραφίες αλλά εκεί κατάλαβα πως είχα ξεχάσει τη φωτογραφική μηχανή στο σπίτι, επομένως αναγκαστικά, το περιβάλλων πίσω μου είναι κάθε άλλο παρά θαλασσινό......

Για επαγγελματικούς λόγους βρεθήκαμε με τη Σταυρούλα για ένα πενταήμερο στην Αγγλία, στο Brighton στα τέλη Μαΐου 2010. Ο καιρός ήταν καταπληκτικός με την θερμοκρασία να φτάνει τους 30 βαθμούς, ενώ στην Ελλάδα μάθαινα ότι έβρεχε με θερμοκρασία στους 20. Αφού ταχτοποίησα τις δουλειές μου βρήκα την ευκαιρία να κάνω και δύο βουτιές στη θάλασσα της Μάγχης. Είχα συνδυάσει την όλη επίσκεψη για να βρεθούμε και με έναν φίλο μας, το Διονύση Λουμίτη, που είναι φοιτητής ωκεανολογίας στο εκεί πανεπιστήμιο. Οι περιγραφές του και οι κάποιες φωτογραφίες που μου είχε δείξει, είχαν λαβράκια, κεφάλους και ένα είδος σαργού που οι ντόπιοι τα ονομάζουν sea bream.  Ο καιρός ιδανικός, η θάλασσα κόλα και εγώ ήμουν έτοιμος να κάνω ψαροτούφεκο για πρώτη φορά εκτός Ελλάδος. Όταν ανακοίνωσα πιο ξενοδοχείο είχαμε κλείσει στον Διονύση, μόνο τούμπες δεν έκανε από την χαρά του. «Θα ντυθούμε μέσα στο ξενοδοχείο» μου είπε στο τηλέφωνο και εγώ τον άκουγα γεμάτος απορία!

Την Κυριακή 23-5 το πρωί αφού όντος ντυθήκαμε στο ξενοδοχείο κατεβήκαμε με το ασανσέρ, βγήκαμε έξω, περάσαμε τον δρόμο και φτάσαμε στην παραλία μπροστά στα τα έκπληκτα μάτια των περαστικών. 2-3 άτομα κολυμπούσαν ήδη και ένας παππούς με μικρά λαστιχένια πέδιλα, μάσκα και μια κουκούλα μόνο, βγαίνοντας από το νερό μας κοίταζε όλο περιέργεια. Εμείς φοράγαμε 7αρες στολές.  Από μια πρώτη ματιά το νερό ήταν κυριολεκτικά πράσινο-γκρι θολό. Θα ψαρεύαμε στα πόδια μιας αποβάθρας που πάνω της είχε λούνα παρκ, εστιατόρια, τυχερά παιχνίδια κ.α. Ο στόχος μας ήταν να ψαρέψουμε στο τέλος της αποβάθρας καμιά εκατοστή μέτρα ανοιχτά. Ρώτησα τον Διονύση γιατί να μην ψαρεύουμε καθώς θα κολυμπάμε και μου απάντησε γιατί είναι πολύ ρηχά και θολά! Δεν τον πολύ πίστεψα και όταν είχαμε κολυμπήσει περίπου 30μ. βούτηξα και παραλίγο να τρακάρω στον βυθό. Ήταν μόλις 1,5μ βάθος και δεν έβλεπα ούτε την μύτη μου. «Που είσαι Ελλαδάρα με τις ορατότητές σου» φώναξα. Ο Διονύσης γέλαγε. Συνεχίσαμε και φτάσαμε στον προορισμό μας. Έδεσε τη σημαδούρα και ξεκινήσαμε τις βουτιές. Η θάλασσα ήταν τραβηγμένη και έτσι ο βυθός κυμαινόταν από 4 έως 7 μέτρα. Είχε και ένα ρέμα στην αρχή που τα έκανε όλα δύσκολα. Υπήρχαν πολλά σίδερα που έπρεπε να προσέχουμε να μην χτυπήσουμε. Το ρέμα στην ανάδυση ειδικά μας παρέσερνε με αποτέλεσμα αρκετές φορές να αναδύομαι κυριολεκτικά ξηστά από διάφορα σίδερα, που δεν φτανόντουσαν λόγω της θολούρας. Παντού πράσινα νερά. Έτσι ήμουν αναγκασμένος να κάνω μικρότερες σε χρόνο βουτιές, κρατώντας χρόνο για την ανάδυση γιατί δεν ήξερα τι θα μπορούσε να μου τύχει. Μία βουτούσε ο ένας μία ο άλλος. Μόνο στον πάτο κάπως καθάριζε και έβλεπες περίπου 70 πόντους, που σημαίνει ότι όταν τέντωνα το χέρι μου δεν έβλεπα το 60αρι μου. Και το κερασάκι στην τούρτα ήταν οι μόλις 10 βαθμοί που είχε το νερό. Με πολύ άγχος στην αρχή και λιγότερο μετά, ξεκινήσαμε να ψαρεύουμε. Ψάρια ελάχιστα. Κάτι σκιές έβλεπα να περνάνε και έριξα μερικές φορές και σε μια από αυτές έπιασα ένα λαβράκι του μισού κιλού. Κάποια στιγμή είδα και ένα καλό λαβράκι περίπου 1,5κ αλλά δεν το πρόλαβα. Χάθηκε μέσα στην θολούρα χωρίς να μου δώσει την παραμικρή ευκαιρία. Σε μια από τις τελευταίες βουτιές, ενώ ήμουν στο βυθό και καρτέρευα, βγήκε από κάτι σίδερα δίπλα μου ένας μισόκιλος μπακαλιάρος και στάθηκε να με παρατηρεί. Τον χάζεψα παρατηρώντας το καφέ του χρώμα με τις μαύρες κηλίδες, τα περίεργα μουστάκια του και την ιδιόμορφη στρογγυλή ουρά του. Έκανε μια στροφή, στάθηκε για λίγο μπροστά στο όπλο και γλιστρώντας απαλά χάθηκε μέσα στα σίδερα από όπου είχε βγει. Μόνο και μόνο για αυτό το θέαμα άξιζε η όλη βουτιά. Μετά από 3 ώρες ψάρεμα βγήκαμε στην παραλία όπου μας περίμεναν η Σταυρούλα και η Κατερίνα. Ξεκουραστήκαμε φάγαμε κάποια σάντουιτς και πήγαμε να αλλάξουμε στο ξενοδοχείο.

Το απόγευμα μας πήγε ο Διονύσης στο ενυδρείο. Είχε πολλά είδη ψαριών αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι ότι μπορεί κανείς αν έχει άδεια για μπουκάλες, να κανονίσει να βουτήξει στη μεγάλη δεξαμενή με τους καρχαρίες και τα άλλα ψάρια!!! Μην περιμένετε κάποιο μεγάλο βάθος, είναι μόλις 4-5 μέτρα., αλλά έχει 4-5 καρχαρίες των υφάλων με μαύρα πτερύγια, 2 γκρίζους που είναι και οι πιο επικίνδυνοι στο συγκεκριμένο ενυδρείο, και δύο nurse sharks που είναι εντελώς ακίνδυνοι. Μάλιστα ο ένας είναι με βούλες και ο μεγάλος φτάνει τα 4 μ. Ένα υπέροχο κήτος. Δυστυχώς δεν το ήξερα νωρίτερα για να επιδιώξω κάτι τέτοιο. Παρόλο που προσπάθησα να το κάνω, δεν προλάβαινα γιατί σε τρείς μέρες φεύγαμε. Ποιος ξέρει ίσως μια άλλη φορά.

Την Τρίτη 25-5 κανονίσαμε με τον Διονύση να ξαναπάμε. Ντυθήκαμε πάλι στο ξενοδοχείο και ακολουθήσαμε την ίδια οδό με την προηγούμενη φορά. Αυτή την φορά είχαμε δει και την πλημμυρίδα και πήγαμε όταν τα νερά ήταν «ψηλά». Εκεί που πριν ο βυθός ήταν 4-7μ τώρα ήταν 8-12μ. Θερμοκρασία πάλι στους 10C. Όταν τα νερά φούσκωσαν υπήρχε κάποιο ρέμα αλλά μετά τα πάντα ήταν ήρεμα. Η θολούρα αυτή τη φορά ήταν χειρότερη και η ορατότητα ήταν μόλις 30-40 πόντους. Παρόλο τις φιλότιμες μας προσπάθειες δεν είδαμε τίποτα. Μετά από μιάμιση ώρα ψαρέματος πόνεσε το αφτί του Διονύση και έτσι αναγκαστήκαμε και φύγαμε. Την επομένη με την Σταυρούλα γυρίσαμε στην Ελλάδα. Μια εβδομάδα αργότερα ο Διονύσης μου είπε ότι έπιασε μεταξύ των άλλων κι ένα sea bream 1,5κ….             

Για να κλείσετε ημερομηνία κατάδυσης μέσα στο ενυδρείο επισκεφτείτε τη διεύθυνση: http://www.sealifeeurope.com/

Οι διακοπές του καλοκαιριού τελείωσαν στην Κάρπαθο και εγώ το πρωί της Κυριακής 29-8-2010  φορτώνω το αμάξι για να το στείλω με το καράβι της γραμμής στον Πειραιά. Εγώ θα έπαιρνα το αεροπλάνο της επιστροφής για την Αθήνα το βράδυ. Η θάλασσα ήταν κολλημένη. Ο αέρας είχε σταματήσει από την προηγούμενη ημέρα αλλά δεν περίμενα μετά τα 8 μποφόρ των τελευταίων ημερών τέτοια μπονάτσα! Μια ιδέα μου πέρασε από το μυαλό. Να κάνω μια σύντομη βουτιά σε έναν από τους αγαπημένους μου ψαρότοπους αργά το απόγευμα. Κράτησα ένα 82αρι και όλα τα απαραίτητα και φόρτωσα όλα τα υπόλοιπα στο αυτοκίνητο. Το καράβι ήρθε στην ώρα του και όλα πήγαν κατ’ ευχήν.  Παρόλη την γκρίνια των γονιών μου  «που θα πας τελευταία μέρα, κάτσε ξεκουράσου… κτλ», στις 5μμ βρίσκομαι να βουτάω σε ένα ψαρότοπο που φτάνει μέχρι τα -22μ βάθος. Παλιά στην αποχή του έκανε μεγάλα μαύρα αλλά έχουν περάσει πολλά χρόνια να δω κάτι αξιόλογο. Επειδή το μέρος το χτυπάει ο βοριάς, όταν έχει μπονάτσα και δεν θέλω να ψαρέψω βαθειά πηγαίνω εκεί. Αυτός ο τόπος μου δίνει πολλά και μεγάλα άσπρα με την προϋπόθεση ότι δεν θα φυσάει βοριοδυτικός, που συνήθως τρελαίνει τα νερά της Καρπάθου.

 

Έβαλα το τρίκιλο βαρίδι στην πλάτη, κολύμπησα περίπου 200μ μέχρι να φτάσω στο τόπο και άρχισα τα καρτέρια. Ο καιρός δεν ήταν όπως το πρωί, και ένα απαλό βοριαδάκι φυσούσε που με χαροποίησε ιδιαίτερα γιατί τα νερά ήταν ψυλοθολά και αυτό με «βολεύει» στα καρτέρια. Στο δεύτερο καρτέρι έπιασα έναν σκάρο του κιλού. Μετά άλλον ένα λίγο πιο μικρό. Ψάρευα σε βάθος 2-3μ. είχε πολλά ψάρια και ειδικά μεγάλους σαργούς. Οι μεγάλοι σαργοί τρύπωσαν σε δύσκολα αλλά γνωστά θαλάμια και εγώ αποφάσισα να συνεχίσω το καρτέρια μου και αργότερα να κάνω τα αναγκαία ψαχτήρια. Έπιασα δύο μεσαίους σαργούς και αποφάσισα να πάω ακόμη πιο ρηχά. Ψάρευα σε βάθος 1-1,5μ, πάντα με καρτέρι, όταν ένας κέφαλος του κιλού αποφάσισε να αυτοκτονήσει και ήρθε να σταθεί μπροστά στην βέργα μου. Μετά από λίγο έπιασα και μια καλή σάρπα. Στα ρηχά τα νερά ήταν πολύ ζεστά αλλά και περισσότερο θολά. Έκανα τα καρτέρια μου παράλληλα με την στεριά (τα λαβράκια είναι πολύ σπάνια στην Κάρπαθο), όταν μέσα στην θολούρα είδα μια λάμψη να έρχεται προς το μέρος μου μεταξύ στεριάς και εμένα. Πλησίαζε χαλαρά λικνίζοντας το σώμα της σαν να χόρευε μια δεξιά μια αριστερά. Έμεινα εντελώς ακίνητος, χαμήλωσα το βλέμμα μου περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία για να διορθώσω το πόστο μου. Η λίτσα πλησίασε αρκετά και όταν ένας βράχος την κάλυψε για λίγο, άλλαξα την θέση μου περιμένοντάς την να φανεί πίσω από τον βράχο όπως και έγινε. Το ψάρι όμως με πήρε χαμπάρι και γύρισε προς τα εμένα πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι περίμενα. Πάτησα την σκανδάλη αλλά λίγο ο κυματισμός, λίγο η έκρηξη του ψαριού, η βολή την πήρε χαμηλά στην κοιλιά. Η λίτσα τινάχτηκε και άρχισε να χτυπιέται και κολύμπησε μανιασμένα προς τα βαθειά. Άνοιξα το μουλινέ και κράτησα το σκοινί τεντωμένο και προσευχόμουν μην μπλέξει το σκοινί στις πέτρες. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο. Κάποια στιγμή το ψάρι έφτασε σε ένα ξέφωτο άμμου και αντί να συνεχίσει να τραβάει προς τα βαθειά άρχισε να έρχεται προς τα εμένα. Στην προσπάθειά της να απαλλαγεί από την βέργα, έκανε κυριολεκτικά τούμπες και δύο φορές σχεδόν ολόκληρη πήδηξε έξω από το νερό. «Μάλλον έχει αρχίσει να κουράζεται» σκέφτηκα. Όταν είδα αυτή την συμπεριφορά, κρατώντας πάντα το σκοινί τεντωμένο, κολύμπησα όσο πιο γρήγορα πάνω της και προσπάθησα βουτώντας να την πιάσω από την ουρά. Το ψάρι άρχισε να χτυπιέται πιο μανιασμένα αλλά εγώ ήμουν αποφασισμένος να μην υποχωρήσω. Με τα πολλά κατάφερα να την πιάσω από την ουρά και κατόπιν από τα βράγχιά της. Έβγαλα το μαχαίρι από την ζώνη μου και έδωσα ένα γρήγορο τέλος στο υπέροχο αυτό πλάσμα. Η βολή ήταν χαμηλά στη κοιλιά αλλά η βέργα κρατήθηκε πάνω στο ψάρι χάρη του μεγάλου πτερύγιου που έχει η λίτσα λίγο πριν την ουρά της. Την πήρα  αγκαλιά, την φίλησα, της ζήτησα συγνώμη και ξεκίνησα το δρόμο για τον γυρισμό.

 

Το ψάρεμα και οι καλοκαιρινές μου διακοπές στην αγαπημένη μου Κάρπαθο είχαν τελειώσει υπέροχα. Η ώρα ήταν 5΄55μμ. Το τι σαργοί, σκάροι και σάρπες πέρασαν από  μπροστά μου δεν λέγεται. Τα ψάρια λες και το είχαν καταλάβει ότι δεν θα ψάρευα άλλο, έκαναν παρέλαση μπροστά μου. Εγώ κολυμπώντας τα παρατηρούσα χαμογελώντας. Βγήκα, άλλαξα και όταν έφτασα στο σπίτι των γονιών μου έγινε χαμός μόλις είδαν το ψάρι, βγήκαν οι απαραίτητες φωτογραφίες και η ζυγαριά έδειξε ότι η λίτσα ήταν ακριβώς 13 κιλά!

<< Έναρξη < Προηγούμενο 1 2 Επόμενο > Τέλος >>
JPAGE_CURRENT_OF_TOTAL
Latest members
callendar
« May 2012 »
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
  1 2 3 4 5 6
7 8 9 10 11 12 13
14 15 16 17 18 19 20
21 22 23 24 25 26 27
28 29 30 31      

AD
AD