Το καλοκαίρι και φέτος είχε πολύ ψάρεμα. Τρεις μέρες εν πλω, επιστροφή, ξεκούραση, προμήθειες και πάλι πίσω. Πολλές φορές φεύγαμε από το βράδυ, έτσι ώστε να κοιμηθούμε στο φουσκωτό και να μην έχουμε πολλές μετακινήσεις το πρωί. Έτσι και κείνο το Σάββατο αποφασίσαμε να φύγουμε νύχτα και στις 12.00 έβλεπα ήδη τα πρώτα όνειρα, με μονόπετρα γεμάτα ψάρια. Τώρα που το σκέφτομαι ένας φίλος λέει πως η Ευτυχία είναι η μόνη γυναίκα που όταν της μιλάς για μονόπετρο, το μυαλό της πάει σε ροφούς! Πόσο δίκιο έχει!
Το ξυπνητήρι χτύπησε στις 06.00 αλλά ήταν ακόμα νύχτα. Που να πω του Γιάννη να ξυπνήσει νυχτιάτικα μες το καλοκαίρι? Το κάνω το χειμώνα, να το κάνω και το καλοκαίρι? Α πα πα πα πα! Έκανα υπομονή κάνα 40λεπτο και μόλις άρχισε να χαράζει, τσουπ όρθια.
-Τι ώρα είναι?
-Επτά(ψεύτρα) αγάπη μου (μέλι έσταζα). Σήκω να φτιάξουμε καφεδάκι.
Στις 08.00 είχαμε ρίξει άγκυρα και στις 08.15 ήμουν στο νερό. Ε βέβαια, γιατί το μόνο που είχα να κάνω ήταν να βάλω τη στολή. Τα υπόλοιπα όπλα, σημαδούρες και πέδιλα τα περιμένω στο χέρι. Καλομαθημένη η κυρία!
-Θα φτιάξω τις πετονιές στα όπλα μου και θα πάω να κάνω μερικά καρτέρια. Πήγαινε προς τα κάτω, που δεν θα έχεις και κόντρα και θα έρθω να σε βρω, μου είπε ο Γιάννης μόλις μπήκα στο νερό.
Δεν είχε ρεύμα, αλλά ένα καλό 4-5άρι το είχε, το οποίο μόλις βγήκα από το κολπάκι που είχαμε αγκυροβολήσει έγινε αισθητό. Το κακό δεν ήταν τόσο ο καιρός όσο η μαυρίλα. Ο ήλιος δεν είχε γυρίσει ακόμα μιας και ήταν νωρίς το πρωί και είχα από πάνω, ψηλά μαύρα βράχια, από κάτω, μαύρο βυθό και μόλις ανοιγόμουν από τα βράχια, αέρα. Τι ωραία! Στο συγκεκριμένο μέρος δεν είχα ξαναψαρέψει, αλλά για να βουτήξω να δω τι παίζει, ούτε λόγος. Είχα αγριευτεί, και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να φτάσω σε ένα σημείο που το ξέρω, να αρχίσω το ψάρεμα. Άλλωστε όσο περνούσε η ώρα, τόσο φώτιζε σιγά - σιγά, αλλά κοντά στα βράχια που κολυμπούσα ήταν πίσσα κατράμι! Ξαφνικά βλέπω το ψιλό νευρικό.
Βρε λες να βγει κάνας ούρπης να με φάει, αναρωτήθηκα και κοίταζα γύρω γύρω να δω τι τρόμαξε τα ψάρια. Ώσπου είδα. Λίγα μέτρα πιο μπροστά, εκεί που τελείωνε η σκιά και άρχιζε ο ήλιος εμφανίστηκε ένας ροφός. Ένας μεγάλος ροφός για την ακρίβεια στα 10-15 μέτρα ,που πήγαινε για τα βαθιά. Το ψάρι ήταν πολύ ήρεμο λες και δεν υπήρχα και προς στιγμήν σκέφτηκα πως δεν με είχε δει. Ακόμα όμως και όταν διόρθωσα την πορεία μου και το ακολούθησα από την επιφάνεια, δεν άλλαξε συμπεριφορά. Το ψάρι συνέχισε να βαθαίνει και εγώ να το ακολουθώ, χωρίς να έχει αλλάξει το παραμικρό στη συμπεριφορά του. Ίχνος νευρικότητας. Περίμενα λοιπόν από στιγμή σε στιγμή να χωθεί σε κάποιο θαλάμι, από αυτά που αν μπει το ψάρι το χαιρετάς για πάντα, ώσπου ξαφνικά σταμάτησε.
Δεν μπορούσα όμως να καταλάβω αν χώθηκε γιατί δεν είδα κάποια κίνηση, αλλά και πάλι δεν είχε λογική να σταματήσει έτσι απότομα, χωρίς να έχει τρυπώσει. Κάνω μια μεσόνερη και μόλις φτάνω στα 15 μέτρα βλέπω το ψάρι, ακίνητο, ξαπλωμένο μπροστά από ένα μονόπετρο με ένα σύννεφο καλόγριες από πάνω του. Το ψάρι συνέχιζε να δίνει την εντύπωση ότι η παρουσία μου του ήταν αδιάφορη, κάτι που πραγματικά με είχε ενθουσιάσει. Από την άλλη όμως σκεφτόμουν πως ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό αυτό που συνέβαινε και αποφάσισα να κάνω άλλη μία βουτιά, να το πλησιάσω για να δω τι θα κάνει, ή για είμαι ακριβής, που θα πάει να μπει, γιατί ήμουν σίγουρη πως κάπου θα τρύπωνε.
Λύνω τη σημαδούρα και την επόμενη στιγμή τη βλέπω δέκα μέτρα μπροστά. Ολη αυτή την ώρα που κοίταγα το ψάρι, είχα ανοιχτεί καμιά 50αριά μέτρα από τα βράχια, χωρίς να δίνω σημασία στον αέρα που ερχόταν απ' τον κάβο πολύ δυνατός. Αναγκάστηκα να λύσω όλο το σχοινί της σημαδούρας και να ρίξω το βαρίδι μπροστά από ένα βράχο να σφηνώσει, για να τη σταθεροποιήσω. Ωραία και τώρα μπορούσα να βουτήξω απερίσπαστη στο ψάρι.
Χαλαρώνω, βουτάω, 10..15, σβήνω πάνω του, φτάνω 20 και ο ροφός ακόμα ακίνητος. Το κακό, για μένα, ήταν πως είχε σταματήσει λίγο πριν από τα 30 μέτρα. Κόβω τη βουτιά και ανεβαίνω. Και τώρα τι κάνουμε? Αν και είχα 3όπλα μαζί το πιο μακρύ ήταν το 82άρι που κρατούσα. Σκέφτηκα να πάω να του ρίξω, αλλά μετά? Και αν πάω γρήγορα και το τρομάξω? Και αν στρίψει και δεν το πάρω καλά και θέλει κοντράρισμα? Και να μου ξεψαρίσει και το χαλάσω? Και αν ζοριστώ στην ανάδυση? Ειδικά αυτό το τελευταίο ήταν που με απασχολούσε περισσότερο…
Το ψάρι είχα πλέον πειστεί πως ήθελε να πεθάνει και ήθελα πολύ να το σκοτώσω, αλλά μόνη μου δεν ένιωθα άνετα να το κάνω. Μέσα σε λίγες στιγμές βρήκα τη λύση. Γιάννης. Όμως είχαν περάσει περίπου 45 λεπτά από τη στιγμή που χωριστήκαμε και δεν ήξερα πόσο θα καθυστερήσει. Σκέφτηκα να γυρίσω πίσω να τον ειδοποιήσω, αλλά απ τη μία είχε καιρό και θα έπρεπε να κολυμπήσω κόντρα και απ' την άλλη δεν ήξερα αν είχε πάει προς την αντίθεση κατεύθυνση. Αποφάσισα λοιπόν να μείνω εκεί και να τον περιμένω. Ήταν άλλωστε τόσο ωραίο το θέαμα! Τα μάτια μου είχαν συνηθίσει τη θολουρίτσα και έβλεπα το ψάρι απ την επιφάνεια! Με έπαιρνε ο καιρός, έκανα μερικές πεδιλιές, επέστρεφα στο σημείο και πάλι τα ίδια. Έμεινα εκεί μισή ώρα, μέχρι που άρχισα να τρέμω, απ το κρύο!
Αποφάσισα λοιπόν να συνεχίσω το ψάρεμα- μπας και είχα ψαρέψει και καθόλου-και να επιστρέψω εκεί με τον Γιάννη. Σημάδια δεν χρειάστηκε να βάλω ιδιαίτερα, εκτός απ το ότι έχω ενσωματωμένο gps, είχα μείνει τόση ώρα εκεί που είχα χαρτογραφήσει όλη την περιοχή. Αφού σκέφτομαι να τη φτιάξω και σε χάρτη! Καλά και σεις το πιστέψατε?
Συνέχισα λοιπόν μέχρι που φάνηκε το κομμάτι που ήθελα εξ αρχής να ψαρέψω. Και μαζί και ένας ροφός να πεταλουδίζει στη σκιά. Βρε μπας και είναι του ροφού σήμερα? Ήταν μάλλον το άχτι που είχα από τον προηγούμενο και ο καημένος ούτε που κατάλαβε πόσο γρήγορα πέθανε. Κανονικά θα έπρεπε να είμαι χαρούμενη, αλλά εμένα το μυαλό μου ήταν αλλού. Ε δεν βλέπω και κάθε μέρα μεγάλους ροφούς να θέλουν να πεθάνουν! Ώσπου είδα τον Γιάννη να έρχεται! Με συνοπτικές διαδικασίες του εξήγησα τι και πως και μέσα σε 5 λεπτά είχε ρίξει άγκυρα και κολυμπούσαμε προς στο σημείο, το οποίο ήταν πολύ κοντά. Μόλις πλησιάσαμε είδα το ψάρι απ' την επιφάνεια. Η αλήθεια ήταν πως δεν μπορούσε να το διακρίνει κάποιος χωρίς βουτιά, αλλά τόση ώρα που το κοιτούσα είχα αφήσει τα μάτια μου πάνω του. Τόσο ωραίος ήταν ο άτιμος!
Δεν χρειάστηκε καν να βουτήξω. Έδειξα του Γιάννη το σημείο απ' την επιφάνεια, έκανε μία μεσόνερη, βγήκε και στην ερώτηση αν τον είδε μου έκανε με το χέρι το σήμα Οκ. Ήταν τόση η χαρά μου που τον είχε δει, γιατί είναι μερικές εικόνες που όσο και να τις περιγράψεις, δεν περιγράφονται. Με ρώτησε αν ήθελα να βουτήξω αλλά για μένα ήταν πια σαν να είχαμε το ψάρι στη σημαδούρα! Μια-μιση ώρα απ την στιγμή που το πρωτοείδα ο ροφός ήταν ακόμη στην ίδια θέση! Η συνέχεια ήταν ακριβώς όπως την είχα φανταστεί. Ο Γιάννης βούτηξε, σημάδεψε ανάμεσα στα μάτια γιατί πίστευε πως τελευταία στιγμή το ψάρι θα έστριβε, κάτι που δεν έγινε και η βέργα του ήταν το τελευταίο πράγμα που είδε ο ροφός πριν μας αφήσει χρόνους. Οι φωνές που έβαλα όταν βγήκαμε στην επιφάνεια έδιωξαν ακόμη και τα αγριοκάτσικα!
Για την ιστορία το ψάρι ήταν δέκα κιλά...
