Ωραία λοιπόν τα Χριστούγεννα πέρασαν, αλλά τα σημάδια τους έμειναν. Μάλλον δεν πρέπει να τα λέω σημάδια, αλλά κατευθείαν κιλά.
Βέβαια, μετά τα αντικριστά, τα γουρουνόπουλα, τα καλτσούνια, τις στάκες και τα μελομακάρονα, πώς να μην μείνουν; Και πάλι καλά, που ήταν μόνο κάνα-δυο. Το φαγοπότι σταμάτησε ανήμερα τα Χριστούγεννα, το απόγευμα, αν και ο φίλος Σπύρος απ' το Ηράκλειο, μας ξεσήκωνε στο τηλέφωνο.
-Εμείς εδώ πίνουμε 3 μέρες.
-Εμείς σταματήσαμε, αύριο έχει ψάρεμα.
-Κανονίστε να βγάλετε κάνα ψάρι να πάθω εγκεφαλικό!
-Σπυράκο θα σου αφιερώσω την ψαριά.
-Ευτυχία μην με ταράζεις!
-Άντε φιλιά τώρα, θα τα πούμε αύριο!
Την άλλη μέρα το πρόγραμμα είχε πολύ πρωινό ξύπνημα και ολοήμερο ψάρεμα. Τι καλά! Είχα αποφασίσει το πρωί της Δευτέρας να είμαι όπως πριν τις γιορτές, αλλά δεν αποκάλυψα τα σχέδια μου. Αν και κοιμήθηκα νωρίς, το ξυπνητήρι με ενόχλησε όταν κουδούνισε. 5.30 και έξω μαύρα σκοτάδια. Ouch... Ας κοιμηθώ μισή ωρίτσα ακόμα. Στις 6.00 δεν είχα άλλες δικαιολογίες. Το μόνο που είχα ήταν κιλά για χάσιμο. Το φουσκωτό το είχαμε φορτώσει και έμενε μόνο να το ρίξουμε. Καθ' οδόν ο Γιάννης μασούλαγε παξιμαδάκια.
-Θέλεις παξιμαδάκι?
-Όχι ευχαριστώ.
Λοξό κοίταγμα. Φυσικό, γιατί ποτέ δεν λέω όχι όταν πρόκειται για φαγητό.
-Σίγουρα? Ούτε ένα?
-Σίγουρα, αυτά δεν μου αρέσουν, προτιμώ τα άλλα με τα δημητριακά.
-Έπρεπε να μου το πεις, να σου πάρω.
-Μπα, δεν πειράζει, δεν πεινάω. (Και καλά)
Η αλήθεια είναι πως, λίγη ώρα μετά, μόλις έπεσα στη θάλασσα, ξέχασα την πείνα μου. Και άρχισα την αναζήτηση. Με το γιλέκο πλάτης, που φόρεσα για πρώτη φορά ένιωθα πολύ περίεργα. Είχαμε αποφασίσει να το δοκιμάσω σε κάποιο ψάρεμα που θα είχαμε μαζί το φουσκωτό, έτσι ώστε αν κάτι δεν πάει καλά να το αφήσω και να φορέσω τη φορτωμένη με κιλά ζώνη μου, που μου αφήνει ένα πονάκι στη μέση μετά το πολύωρο ψάρεμα. Ξεκινάω λοιπόν τις βουτιές, μουρμουρίζοντας για το φαγητό που κατανάλωσα τις προηγούμενες μέρες, με αποτέλεσμα να νιώθω σαν φελλός. Το κομμάτι για μία ακόμη φορά ήταν θολό, με αποτέλεσμα και πάλι να μην μπορώ να επισκεφθώ τα καλά του σημεία, που τόσο παραστατικά μου έχει περιγράψει ο Γιάννης.
-Θα έρθεις να πάμε να σου δείξω τα κομμάτια που σου έχω πει?
-Μπα είναι θολά –ο συνδυασμός θολά/βαθιά δεν είναι του γούστου μου-
-Πήγαινε εσύ και εγώ θα ψάξω, πάλι..
Το μέρος είναι ένα φοβερό κομμάτι, με πολύ όμορφο βυθό, που απλώνεται ένα μίλι μέσα και δεξιά- αριστερά. Το αρνητικό του είναι ότι τα ψάρια είναι συγκεντρωμένα σε ορισμένα σημεία και πρέπει να ψάξει κάποιος για να τα βρει, αν τα βρει...Τις δύο προηγούμενες φορές που το επισκέφτηκα, το καλοκαίρι, δεν ήμουν και τόσο τυχερή με αποτέλεσμα η ψυχολογία μου να μην είναι και η καλύτερη. Θολά, δύσκολο κομμάτι και δύο παραπανίσια κιλά. Όλα εναντίον μου..
Ξεκίνησα λοιπόν την αναζήτηση. Είχε και ένα καλό ρευματάκι με αποτέλεσμα να απομακρύνομαι από το φουσκωτό σταθερά. Δυο, τρία κοπάδια με μεγάλους σαργούς με γέμισαν χαρά, αλλά τα παλιόψαρα και δεν έμπαιναν πουθενά και χάνονταν απ' το οπτικό μου πεδίο, στα θολά. Παρακάτω θα έχει κι άλλους, σκεφτόμουν και συνέχιζα. Κανά 45λεπτο μετά και ενώ το ρεύμα με έχει πάει βόλτα, κάτι αρχίζει να με ενοχλεί. Το γιλέκο! Από τις βουτιές η ζώνη που δεν ήταν η δική μου, η ελαστική, αλλά μία εφεδρική από την οποία βγάλαμε τα κιλά και αφήσαμε μόνο ένα, για να κρεμάω τη σημαδούρα, είχε φύγει από τη θέση της με αποτέλεσμα να χαλαρώσει το λάστιχο του γιλέκου που το κρατούσε σταθερό και να μου έρχεται στο κεφάλι κατά τη βουτιά! Μεγάλη επιτυχία!
Για να το διορθώσω μόνη μου ούτε λόγος. Κοιτάω το φουσκωτό, στο οποίο ήταν η ζωνίτσα μου και με περίμενε, 500 μέτρα μακριά. Βλέπω και τη σημαδούρα του Γιάννη, κοντά στο φουσκωτό. Και όλη αυτή την ώρα το ρεύμα συνέχιζε να με απομακρύνει. Κυρία μου, συγχαρητήρια!
Τι να κάνω, τι να κάνω, μου έρχεται μία ιδέα. Βρε λες να πιάσει?
Γυρίζω στη σημαδούρα και παίρνω μια ελιά, με την οποία ένωσα το γιλέκο στο στήθος. Κάνω μια βουτιά περιμένοντας να το ξανά - φάω στο κεφάλι, κάτι όμως που δεν έγινε. Καλά τόσο απλό ήταν? Ξαφνικά ένιωσα πολύ όμορφα. Μόνο που ακόμα δεν είχα σταυρώσει ψάρι. Συνέχισα να ψάχνω και να απομακρύνομαι και κάποια στιγμή βλέπω ένα ακόμη κοπάδι σαργούς. Οι περισσότεροι έφυγαν αλλά μερικοί βράχωσαν και δύο από αυτούς πέρασαν στην ψαροβελόνα μου.
Λα λα λα λα λα!
Πιο κάτω βρίσκω δυο μπαρμπούνια, τι μπαρμπούνια, μπαρμπουνάρες! Ξεκρεμάω το μικρό το όπλο και τα εκτελώ.
Λα λα λα λα λα!
Το ρεύμα όσο περνούσε η ώρα δυνάμωνε και με πήγαινε βολτίτσα. Σε μία βουτιά βλέπω δύο σηκιούς και γύρω τους ένα κοπάδι μικρούς κακαρέλους. Μπαίνουν σε ένα σχίσμα και στην επόμενη βουτιά παρακαλούσα να τους ξαναδώ και να μην εξαφανιστούν όπως συνηθίζουν. Κάτι κινήθηκε και η βέργα το εκτέλεσε. Κιλίσιος?
Λα λα λα λα λα λα λα λα λα!!!!!
Ωραία, ωραιότατα. Τουλάχιστον δεν θα βγω και πάλι άψαρη από την… σιγά μην σας πω! Ξαφνικά όμως η χαρά μου κόπηκε. Ο βυθός είχε αρχίσει να αλλάζει, προμηνύοντας κάτι όχι καλό. Πράγματι αφού για κάνα πεντάλεπτο είχε πάψει να έχει ενδιαφέρον, είδα αυτό που φοβόμουν. Άμμος. Άμμος παντού. Κυρία μου την πατήσατε!
Δεν μου πήρε πολύ για να αποφασίσω. Πίσω και κόντρα. Κιλά δεν ήθελες να χάσεις? Να η ευκαιρία σου! Πήγα καμία 50αριά μέτρα πιο κάτω για να μην γυρίσω από το ίδιο σημείο, και έκανα την καρδιά μου πέτρα. Το ρεύμα ήταν ενοχλητικό. Όχι απ' αυτό που κολυμπάς και μένεις στο ίδιο σημείο, αλλά απ' αυτό που για να κολυμπήσεις σχετικά γρήγορα, πρέπει να ζοριστείς. Μετά από κάνα τέταρτο και αφού είχα τα νεύρα μου που ο καιρός δεν γύρισε, όπως έλεγαν οι προγνώσεις, κάποια κίνηση μου τράβηξε την προσοχή. Δεν μπορούσα να το προσδιορίσω. Σταματάω τις πεδιλιές και ξαφνικά βλέπω ένα κοπάδι σαργούς. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν νευρικοί και δεν έφευγαν στα θολά, αλλά μπαινόβγαιναν σε ένα μονόπετρο. Το ρεύμα με πήρε λίγο, έκανα μερικές πεδιλιές, επέστρεψα στο σημείο και ξαφνικά τον είδα!
Ήταν μέσα σε ένα χαράκι και ίσα - ίσα που φαινόταν η κεφάλα του στα όρια της σκιάς. Οι σαργοί στο διπλανό μονόπετρο έκαναν πάρτυ, αλλά πια δεν τους έβλεπα. Το αντικείμενο του πόθου μου τώρα ήταν ο ροφός. Το ψάρι ήταν ήρεμο και μου έδινε την εντύπωση πως δεν θα με δυσκολέψει. Γυρίζω στη σημαδούρα να αλλάξω όπλο και τον βλέπω, με την άκρη του ματιού μου που βγήκε λίγο πιο έξω να με δει. Είσαι και περίεργος ε? Ωραία, έλα να παίξουμε ένα παιχνιδάκι.
Κάνω μια βουτιά από μακριά και πλησιάζω με συρτό, έχοντας πάντα ανάμεσα μας ένα βράχο. Το ρεύμα ήταν έντονο, αλλά εκείνη την ώρα δεν άφηνα τίποτα να με ενοχλήσει. Φτάνω λοιπόν, ξεμυτάω την κεφάλα μου και τη βέργα και.. τίποτα! Το ψάρι είχε μπει στο χαράκι. Δεν συνέχισα τη βουτιά. Μόλις είδα το χαράκι άδειο, τραβήχτηκα λίγο πίσω και βγήκα. Μετά από λίγο βουτάω από τη δεξιά μεριά και ίσα που βλέπω την ουρά του να αφήνει μία θολουρίτσα στην άμμο, καθώς έστριβε. Βουτάω απ την αριστερή, δεν χώραγε το όπλο, βάζω ανάποδα το κεφάλι μου και πέφτουμε μούρη με μούρη! Ωραία!
Βγαίνω να χαλαρώσω και ξαφνικά βλέπω το φουσκωτο να κινείται και με πιάνει άγχος. Λέω θα ακούσει το ψάρι τη μηχανή που πλησιάζει και θα το χάσω. Προσπαθώ να χαλαρώσω αλλά δεν μπορώ. Σκέφτομαι να περιμένω τον Γιάννη, να του δείξω που είναι να βουτήξει αυτός, αλλά το απορρίπτω. Θα αργήσουμε. Και εκεί που η βάρκα κινείται, ξαφνικά σταματάει δίπλα σε μία σημαδούρα. Δεν χάνω χρόνο, χαλαρώνω και βουτάω και πάλι από τη δεξιά μεριά. Τώρα ήξερα που να περιμένω να τον δω και ήμουν έτοιμη. Βάζω το όπλο λίγο πιο δεξιά απ' την τρύπα και το κρύβω με το βράχο. Το ψάρι ήταν ακριβώς εκεί που το περίμενα. Η βολή ήταν κατά μέτωπο και μέχρι να καταλάβει τι το βρήκε, είχαμε βγει αγκαλιά.
Λα λα λα λα λα λα λα λα λα λα λα λα λα λα λα λα λα λα λα!!!!!!!
Να και το φουσκωτό που πλησίαζε. Κρατάω το ψάρι μέσα στο νερό και πάω δίπλα στη σημαδούρα.
-Γεια σου!
-Γεια σου, γιατί σταμάτησες εκεί?
-Άφησα τη σημαδούρα για να πάω στο φουσκωτό, γιατί είχε ρεύμα και πήγα και την πήρα!
-Γιατί ήταν βαριά?
-Ε κάτι είχε πάνω!
-Εσύ πως τα πήγες?
-Ρεύμα και λίγα ψάρια.
-Δεν πειράζει, ανέβα να πάμε αλλού.
-Οκ κάτσε να μαζέψω τη σημαδούρα, πάρε το όπλο μου. Α έχει κ ένα ψάρι επάνω!
-!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Το βράδυ το μενού για μένα είχε σαλάτα, φρούτα και τσάι. Και την Δευτέρα το πρωί μπήκα και πάλι στο στενό μου τζιν. Τι χαρα!
Φυσικά την ψαριά την αφιέρωσα στον Σπύρο απ' το Ηράκλειο. Φιλαράκι να με ξαναπάρεις τηλέφωνο παραμονή ψαρέματος, μου φέρνεις γούρι!
