Το τηλεφώνημα το φίλου μου του Θοδωρή κατά τη διάρκεια των διακοπών με χαροποίησε ιδιαιτέρως.
-Έλα Ευτυχία, θα είμαι Χανιά για λίγες μέρες κανόνισε να πάμε κάνα ψάρεμα.
-Μπορώ την Τετάρτη, θα δω καιρό και θα σου πω που θα πάμε.
Δυστυχώς όμως την Τετάρτη ο δυτικός είχε αλλά σχέδια. Για την ακρίβεια ήταν δυνατός Βορειοδυτικός και όλα τα κομμάτια που είχα κατά νου, δεν γινόταν να ψαρευτούν. Από τη μια η κούραση που είχα από τα συνεχόμενα ψαρέματα, από την άλλη ο καιρός και από την παρά - άλλη μια φίλη του Θοδωρή που θα ερχόταν παρέα, επέλεξα να κάνουμε τους τουρίστες ψαροκυνηγούς στα Φαλάσσαρνα.
-Φίλε εκεί τα ψάρια είναι επιστήμονες. Μπαίνουν σε τρύπα εδώ και βγαίνουν στα Αντικύθηρα, αλλά από το να μην βουτήξουμε καθόλου, πάμε και ότι γίνει.
Ο Θοδωρής συμφώνησε και το ραντεβού κλείστηκε μεσημεράκι. Α, και επειδή ο Θοδωρής είναι ο γνωστός τσαπατσούλης φίλος μου, που του έχω αφιερώσει μάλιστα και ολόκληρο άρθρο, πρότεινα να πάμε με δυο αυτοκίνητα για να έχουμε αυτονομία κινήσεων (και καλά). Η αλήθεια είναι πως μονό στη σκέψη ότι θα βάλει στο αμάξι μου ψυγείο που μυρίζει ψαρίλα και σάκους με άμμο, συγχύστηκα.
Έτσι λοιπόν μεσημεράκι φτάσαμε στα Φαλασσαρνα και αφήσαμε το κορίτσι στην παραλία να κάνει μπάνιο. Ο Θοδωρής την είχε ενημερώσει ότι αν δεν πάει 9 η ώρα μην μας περιμένει και εκείνη έδειξε πως το κατάλαβε. Επιλέξαμε να βουτήξουμε από το κέντρο του κόλπου, δεξιά μας ήταν η παραλία που αφήσαμε τη Διονύσια και αρκετά πιο αριστερά, το λιμάνι. Το κομμάτι που θα ψαρεύαμε είναι μια ανοιχτωσιά που ξεκινάει από τα 5 και φτάνει μέχρι τα 30 μέτρα και αν και τα ψάρια του είναι δύσκολα, ποτέ δεν λείπουν οι εκπλήξεις.
-Θοδωρή λέω να ψαρέψουμε το κομμάτι εδώ μπροστά που θα πέσουμε, έχει ωραίους σαργούς και θα βλέπουμε και τα πράγματα μας.
Η αλήθεια είναι πως μια μικρή έννοια την είχα, γιατί είχαμε αφήσει στα βράχια τους σάκους μας και είχαμε πάρει στις σημαδούρες μονό τα κλειδιά των αυτοκίνητων. Αλλά ο βασικός λόγος που δεν ήθελα να απομακρυνθούμε πολύ από την ακτή, ήταν το έντονο βουβό κύμα που περιόριζε πολύ την ορατότητα και στην περιοχή περνάνε εκτός από τουριστικά σκάφη και αλιευτικά που βγαίνουν από το λιμάνι.
-Θα είμαι κοντά σου, αλλά κάποια στιγμή θα πάω λίγο πιο βαθιά, να κάνω μερικά καρτέρια.
-Εντάξει αλλά να προσέχεις τα σκάφη!
Με το Θοδωρή ψαρεύουμε συχνά παρέα και δεν με ανησυχεί το γεγονός πως μπορεί κάποια στιγμή να απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλον. Έτσι πέσαμε στο νερό και για μια ώρα ήμασταν κοντά ο ένας στον άλλον. Η κίνηση των ψαριών ήταν όπως την περίμενα. Λίγα και τρομαγμένα. Κάποια στιγμή σήκωσα το κεφάλι να εντοπίσω το Θοδωρή, αλλά δεν είδα πουθενά τη σημαδούρα του. Στηρίχτηκα στη δικιά μου να δω λίγο καλύτερα, αλλά πάλι δεν τον είδα. Σκέφτηκα πως φταίει το σουέλ και θα είναι κάπου εκεί κοντά και συνέχισα το ψάρεμα. Κάποιοι σαργοί ξεγελάστηκαν με αποτέλεσμα να τους κρεμάσω στην ψαροβελόνα μου, αλλά από αλλά ψάρια, κίνηση μηδέν. Οι προσπάθειες μου να δω που είναι ο Θοδωρής ήταν άκαρπες και μόλις άρχισε να πέφτει ο ήλιος αποφάσισα να βγω, οπότε και θα τον εντόπιζα απ’ έξω.
Στις 19.30 βγήκα στα βράχια αλλά όσο και αν προσπάθησα, δεν κατάφερα να δω τη σημαδούρα του. Δεν κρύβω πως ψιλό – ανησύχησα γιατί το κομμάτι ανοιγόταν μπροστά μας, δεν υπήρχε ούτε κάβος ούτε κάποιο άλλο εμπόδιο, οπότε όσο μακριά και αν ήταν, έπρεπε να μπορώ να τον δω. Με κρύα καρδία άλλαξα, φόρτωσα τα πράγματα στο αμάξι και περίμενα. Δεξιά μας ήταν οργανωμένη παραλία, οπότε δεν γινόταν να έχει πάει προς τα κει και στα αριστερά το λιμάνι. Η ώρα περνούσε αργά, πήγε 20.00, πήγε 20.15 βασίλεψε ο ήλιος αλλά ο Θοδωρής άφαντος. Είχα ήδη ενημερώσει τον καλό μου που ήταν στη δουλεία στα Χανιά, ο οποίος με καθησύχασε και λίγο πριν σκοτεινιάσει πηρά τηλέφωνο ένα κοινό φίλο, έμενα και του Θοδωρή, τον Δημήτρη, επίσης ψαροτουφεκα που μένει στο Ρέθυμνο.
-Ευτυχία αυτός είναι ικανός να έχει βγει στην παραλία να βρει τη Διονυσία. Δεν πας μέχρι εκεί;
-Πάω και αν είναι εκεί, θα του σπάσω το κεφάλι!!
Πράγματι πήγα στην παραλία, που ήταν πλέον σχεδόν άδεια αν εξαιρέσει κανείς τους ναυαγοσώστες που μάζευαν τον εξοπλισμό τους. Μέσα στο μισοσκόταδο διέκρινα τη Διονυσία, δυστυχώς μονή της, σε μια ξαπλώστρα.
-Έλα Διονυσία, ήρθα να σε πάρω, ο Θοδωρής δεν έχει γυρίσει ακόμα.
Κοιτάζει το ρολόι της.
-Δεν είχε πει ότι θα βγει κατά τις 21.00; Τώρα είναι 21.00.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν έχει αντιληφτεί τη σοβαρότητα της κατάστασης και είπα να μην την ανησυχήσω μέχρι να δούμε τι έχει γίνει. Όπως γυρίζαμε πήγαμε με το αυτοκίνητο μέχρι το λιμάνι, μήπως είχε χάσει το σημείο και είχε βγει πιο αριστερά αλλά ούτε αυτό είχε συμβεί. Νύχτα πια γυρίσαμε εκεί από όπου είχαμε πέσει και ο Γιάννης, μου πρότεινε να αφήσω το ένα αυτοκίνητο με τα φώτα αναμμένα για να το δει ο Θοδωρής και να βρει το σημείο για να βγει.
Τόσο ο Γιάννης όσο και ο Δημήτρης από το Ρέθυμνο που μιλούσαμε στο τηλέφωνο, πίστευαν πως καθυστέρησε με κάποιο ψάρι και όταν αποφάσισε να γυρίσει είδε πως ήταν πια πολύ μακριά. Μόνο που εγώ δεν συμμεριζόμουν την άποψη τους. Γιατί ήμουν εκεί και όσο και αν έψαχνα πριν νυχτώσει με τα μάτια να εντοπίσω τη σημαδούρα του δεν τα κατάφερνα. Όσο μακριά και αν ήταν θα τον είχα δει, αλλά δεν μπορούσα να τους το πω και κρατούσα τις μαύρες σκέψεις για μένα..
Η ώρα περνούσε αργά. Πολύ αργά. Κόντευε 21.30 και όσο και αν έβρισκα δικαιολογίες για να το καθυστερήσω, ήξερα πως αργά η γρήγορα έπρεπε να ειδοποιήσω το λιμεναρχείο. Πήρα έναν προβολέα από το αυτοκίνητο και "σάρωνα" τη θάλασσα μήπως δω κάτι, το παραμικρό. Η Διονυσία που πλέον είχε καταλάβει πως τα πράγματα είναι σοβαρά, δεν μιλούσε. Καθόμασταν και οι δυο όρθιες στα βράχια με τα μάτια καρφωμένα στη δέσμη που έριχνε ο φακός στη θάλασσα και τα αυτιά τεντωμένα και περιμέναμε..
Όσο και αν τις έδιωχνα οι χειρότερες σκέψεις πια, με είχαν κυριεύσει. Όταν η ώρα πλέον έφτασε δέκα ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Και ο Γιάννης που στο τηλέφωνο ακουγόταν ψύχραιμος, μου ανακοίνωσε πως είχε βρει έναν συνάδελφο να τον αντικαταστήσει στη δουλεία και ότι παίρνει το φουσκωτό μας και έρχεται στα Φαλασσαρνα.
-Μην έρθεις. Τι να κάνεις;
-Να ψάξω.
-....................
Πλέον δεν είχε νόημα να περιμένω στα βράχια. Ήξερα πως ο Θοδωρής δεν θα έρθει από εκεί και νιώθοντας απέραντη θλίψη πήρα τις πληροφορίες να μου δώσουν το τηλέφωνο στο λιμεναρχείο Καστελιού, το κοντινότερο στα Φαλασσαρνα. Η ώρα ήταν δέκα και δέκα και δεν μπορούσα να το αναβάλλω άλλο. Άκουγα το ηχογραφημένο μήνυμα των πληροφοριών καθώς περπατούσα προς το αυτοκίνητο, όταν η Διονυσία μου έδειξε ένα αχνό φως που αναβόσβηνε στο δρόμο, όπως τα φώτα που έχουν τα ποδήλατα όταν κινούνται στο σκοτάδι.
-Ευτυχία κοίτα! Τι είναι αυτό;
Λες; αναρωτήθηκα και άρχισα να φωνάζω.
-Θοδωρηηηηηηηηη;;;;; Θοδωρηηηηηηηη;;;;;;
-Έλα Ευτυχία, εγώ είμαι!!
Είναι μερικές στιγμές στη ζωή μας, απέραντης ευτυχίας. Τέτοια ήταν και αυτή, μόλις άκουσα τη φωνή του..
Ξαφνικά αρχίσαμε με τη Διονυσία να τρέχουμε στο σκοτάδι μέχρι που τον είδαμε, ξυπόλητο, μόνο με το μαγιό του να περιπατάει με το φακό στο χέρι! Φωνές, γέλια, βρισιές, συγκίνηση και μέσα σε όλα ο Θοδωρής να προσπαθεί να εξηγήσει τι συνέβη. Ψάρευε και απομακρύνθηκε και όταν σήκωσε το κεφάλι του μπερδεύτηκε και δεν μπορούσε να καταλάβει από που είχαμε πέσει, με αποτέλεσμα να βγει ένα μίλι πιο μακριά, μετά την παραλία που ήταν η Διονυσία, στα αρχαία Φαλασσαρνα! Και εκεί που βγήκε πάλι δεν μπορούσε να προσανατολιστεί, οπότε άφησε τα πράγματα στην παραλία και άρχισε να περιπατάει για μισή ώρα προς την αντίθετη κατεύθυνση!! Μέχρι που κατάλαβε πως κάτι δεν πάει καλά και ευτυχώς που πέρασε κάποιος με ένα μηχανάκι και τον έφερε μέχρι την παραλία.
Είχα σκεφτεί τόσες και τόσες εκδοχές, για το τι μπορεί να συνέβη αλλά ότι θα έβγαινε ένα μίλι μακριά, ειλικρινά δεν το περίμενα! Αφού ειδοποίησα τον Γιάννη να γυρίσει πίσω και τον Δημήτρη να μην ανησυχεί και αφού τον έβρισα εκατό φορές, ηρέμησα κάπως.
-Βλαμμένο, πρώτη φορά χαίρομαι τόσο πολύ που σε βλέπω!
-Ρε Ευτυχία συγγνώμη, χίλια συγγνώμη πες και του Γιάννη για την αναστάτωση.
-Άλλη φορά θα σου βάλω gps!
-Θα παίρνω από εδώ και πέρα το κινητό μαζί, δεν μου είπες έβγαλες ψάρια;
-Έβγαλα 5 σαργούς.
-Εγώ έκανα πολλά καρτέρια, αλλά δεν κυκλοφορούσε λέπι!
Κάπου εκεί, αποφάσισα να φύγω μιας και τα παιδία θα γυρνούσαν στην παραλία να πάρουν τον εξοπλισμό του Θοδωρή.
-Ρε είσαι σίγουρος ότι θυμάσαι που είναι;
-Ναι μην ανησυχείς (έλα ντε; Πόσο να ανησυχήσω ακόμη;)
Και καθώς μπαίνω στο αυτοκίνητο, τον βλέπω να έρχεται προς το μέρος μου.
-Κάτσε, κάτσε μη φύγεις, άνοιξε το ψυγείο θέλω να δω τα ψάρια!!!!
Του το σπας το κεφάλι μετά η δεν του το σπας;
